Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

Ο ΣΚΟΤΑΔΙΣΜΟΣ ΩΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ


 (Θρησκείες και ιερατεία στην εξουσία και στην υπηρεσία της εξουσίας)

Γράφει ο Κώστας Λάμπος


«Να καταστρέψουμε τους μύθους που,

περισσότερο από το χρήμα και τα όπλα

συνιστούν το τρομακτικότερο εμπόδιο στο δρόμο

μιας ανασυγκρότησης της ανθρώπινης κοινωνίας»

Κορνήλιος Καστοριάδης[1]

Το τέλειο σκηνικό του Φόβου, χτισμένο με μαεστρία πάνω στη άγνοια ή στις όποιες μεταφυσικές ανησυχίες των ανθρώπων, τις οποίες από δύναμη αναζήτησης, έρευνας, αυτογνωσίας, αυτοπεποίθησης, έμπνευσης, δημιουργίας και απελευθέρωσης από το «Φόβο του Αγνώστου», τις υποβάθμισαν  σε «Φόβο του Θεού», σε  "Φόβο του θανάτου", και σε «Εξουσιαστικό Φόβο»[2] δηλαδή σε μοιρολατρία και συνεπώς σε υποταγή στην εκάστοτε εξουσία. Συνειδητή υποταγή στις ανοησίες, στις ουσίες και στις εξουσίες, για μια χούφτα Δολάρια οι εξουσιαστές και για μια άδεια ζωή γεμάτη ψευδαισθήσεις οι εξουσιαζόμενοι.

Ο Πορτογάλος Νομπελίστας Ζοζέ Σαραμάγκου χαρακτηρίζει τις θρησκείες ‘δεινά της ανθρωπότητας’ και παρατηρεί ότι, « ποτέ στην ιστορία οι θρησκείες δεν χρησίμεψαν για να συμφιλιώσουν τους ανθρώπους. Αντίθετα υπήρξαν πάντοτε αιτία μισαλλοδοξίας και μίσους… Η αλήθεια είναι ότι οι θρησκείες όχι μόνο δεν έχουν κάνει ποτέ αδέλφια τους ανθρώπους, αλλά ούτε καν καλούς γείτονες. Τους έχουν κάνει μόνο εχθρούς… που κραδαίνουν οι μεν εναντίον των δε Βίβλους και Κοράνια…»[3]. Δεν υπάρχει πόλεμος στην ιστορία της Ανθρωπότητας που δεν έγινε για την αρπαγή ξένου πλούτου, ή για την κατάκτηση πηγών του πλούτου, όπως εύφορες πεδιάδες, νερά, ορυκτά ή πετρέλαια. Όπως και δεν υπάρχει πόλεμος που δεν προκλήθηκε ή δεν «ευλογήθηκε» από κάποιο ιερατείο ενάντια σε κάποιο άλλο ανταγωνιστικό ιερατείο, που τάχα εμπνεύστηκε από την «αγάπη για τη σωτηρία των αιρετικών, ή των απίστων και τον εκπολιτισμό των βαρβάρων», για την «ενότητα του κόσμου» κάτω από τη «μοναδική και εξ αποκαλύψεως αλήθεια», του «ενός και μοναδικού αληθινού θεού». Του θεού με τον οποίο, ως γνωστόν, «συνομιλούν» συχνά όλοι οι σκοταδιστές και οι φανατικοί του πλανήτη και πράττουν σύμφωνα με ‘το θέλημά του’. Ακόμα και η βίαιη επιβολή της «Δημοκρατίας a la America», δεν θα ήταν δυνατή χωρίς τη βοήθεια του θεού του αμερικανικού πενταγώνου.

Δεν υπάρχει περίοδος στην ιστορία της Ανθρωπότητας που με το πρόσχημα και για λογαριασμό των νέων θεών κάποιου νέου Ηγεμόνα, καταργούνται παλιοί θεοί και παραθεοί άλλων παλιών Ηγεμόνων, καταστρέφονται πολιτισμοί, γκρεμίζονται αυτοκρατορίες, λεηλατούνται οικονομίες, εξοντώνονται Λαοί και εκατομμύρια άνθρωποι σέρνονται στα σκλαβοπάζαρα των «πολιτισμένων», που με αυτό τον τρόπο εξασφαλίζουν τον έλεγχο του πλούτου, με τον οποίο ελέγχουν ‘ιεραποστολικά’ την εξουσία, για να συνεχίσουν φυσικά να εξασφαλίζουν τον πλούτο που παράγουν οι πιστοί και οι άπιστοι δούλοι[4].

Ο καθένας που με καθαρή συνείδηση μελετά, ερευνά και στοχάζεται ελεύθερα, απαλλαγμένος από το φόβο του «προπατορικού αμαρτήματος» και του ‘τιμωρού θεού’ και πέρα από σκοπιμότητες και ιδιοτελείς σχέσεις με εξουσιαστικές, θεσμοθετημένες και μη, θρησκείες και παραθρησκείες, κατηχητικά και αρχονταρίκια, «συναγωγές» και «στοές», δεσποτάτα και πατριαρχεία, «λέσχες» και παραθρησκευτικές οργανώσεις, «Αδερφότητες» και «Αδερφάτα», Συμμορίες και Σέκτες, Φράξιες και μυστικές υπηρεσίες, διαπιστώνει πως η Ανθρωπότητα στη μακραίωνα ιστορία της δεν γνώρισε καταστροφικότερη και περισσότερο απάνθρωπη δύναμη από τα ιερατεία και τις εξουσιαστικές θρησκείες, από την «Ιερή Εξέταση»[5] και τις Σταυροφορίες[6] μέχρι τον αμερικάνικο νεοχριστιανισμό[7] και τον ισλαμικό φονταμενταλισμό[8]. Η ιστορία της σύγκρουσης μεταξύ χριστιανισμού και ισλαμισμού λ.χ. δείχνει πως αυτή η διαρκής εχθρότητα δεν αφορά, φυσικά, στις μυθοποιημένες μορφές του Χριστού, ή του Μωάμεθ, αλλά στις σφαίρες επιρροής και στον έλεγχο του φυσικού πλούτου των ευρύτερων περιοχών.

Και φυσικά η εχθρότητα δεν περιορίζεται μεταξύ των αλλόθρησκων. Είναι το ίδιο τραγική και συχνά είναι πολύ σφοδρότερη μεταξύ των ομόθρησκων, σχισματικών ή μη. Είναι γνωστό το άσβεστο αιώνιο μίσος μεταξύ της ‘ρωμαιοκαθολικής’ και της ‘ορθόδοξης’ χριστιανικής εκκλησίας, που τρέφεται από τον ανταγωνισμό τους για την επέκταση της επιρροής της μιας σε βάρος της επιρροής της άλλης. Χαρακτηριστικές του θρησκευτικού μίσους είναι και οι αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ σιιτών και σουνιτών, στο Ιράκ, στη Συρία κ. α., με τη βοήθεια των Αμερικάνων, κατακτητών, ή μεταξύ καθολικών και διαμαρτυρομένων στη Ιρλανδία με τη βοήθεια των επικυρίαρχων Άγγλων, μεταξύ ινδουιστών και μουσουλμάνων σε χώρες της Ασίας κ.λπ. κ.λπ.

Τα οικονομικά συμφέροντα που κρύβονται πίσω από τις θρησκείες και τις θρησκευτικές συγκρούσεις αναγκάζουν συχνά τα ιερατεία[9] διάφορων ‘εκκλησιών’ και θρησκειών να ανοίξουν ‘διαχριστιανικό’, ή ακόμα και ‘διαθρησκειακό-διεκκλησιαστικό’ διάλογο, προκειμένου να αντιμετωπίσουν κάποιο κοινό εχθρό. Έτσι οι προσπάθειες που έγιναν στο δεύτερο ήμισυ του εικοστού αιώνα μεταξύ Βατικανού και Οικουμενικού Πατριαρχείου, για να έρθουν πιο κοντά ή ρωμαιοκαθολική και η ορθόδοξη εκκλησία, υποκινήθηκαν από τις ΕΠΑ και το ΝΑΤΟ, γιατί αυτή η προσέγγιση λειτούργησε «ως ισχυρό όπλο στην αντιπαράθεση με τη Σοβιετική Ένωση, το Σύμφωνο της Βαρσοβίας και το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα[10].

Αλλά και σήμερα το Βατικανό, (προκαθήμενος του οποίου χαρακτήρισε ‘άγιο εν ζωή’ τον, Άντολφ Χίτλερ), που όπως είναι γνωστό πάντα στήριζε και συνεχίζει να στηρίζει κάθε χούντα και κάθε αντιδραστικό καθεστώς, συζητούσε μέχρι πρόσφατα με το μοναρχικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης και τον ακροδεξιό προκαθήμενο της ελλαδικής εκκλησίας[11] «επειδή επιζητεί να συσπειρώσει όλες τις χριστιανικές δυνάμεις της Ευρώπης, για να μπορεί να επηρεάσει τις εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση»[12]. Αλλά και γιατί κατά τον, «βουτηγμένο μέχρι το καλυμμαύκι στο παραδικαστικό κύκλωμα»[13], Χριστόδουλο Παρασκευαϊδη[14] «είναι άμεση η ανάγκη για μετάγγιση γνήσιου αίματος χριστιανισμού στις αλλοτριωμένες κοινωνίες της Δύσεως»[15], και αργότερα βεβαίως θα πρέπει να έρθει και η σειρά των κοινωνιών της ‘άπιστης’ Ανατολής.

Το τεράστιο μέγεθος της υποκρισίας τους, που μιλάνε για «αγάπη», ενώ σκέπτονται, ζουν και δρουν με μίσος, σκόρπισε τόση έχθρα, βία, φρίκη, πόνο, φόβο, τρόμο και εξαθλίωση στον πλανήτη, συκοφάντησε, έκαψε, σκότωσε, ταπείνωσε πνευματικούς δημιουργούς, απαγόρευσε και έκαψε βιβλία και βιβλιοθήκες, πολέμησε με λύσσα επιστήμες, τέχνες και γράμματα, ‘αφόρισε’ όλους τους κοινωνικούς αγώνες για πρόοδο και ελευθερίες και αποπνευματοποίησε το νόημα της ανθρώπινης ζωής τόσο προς τη συνανθρώπινη ζωή, όσο και προς το Σχετικό και το Απόλυτο Όλον της Ζωής, την Άπειρη στο Χρόνο και στο Χώρο Φύση στο σύνολό της.

Όλα αυτά όμως πιέζουν πράγματι στη μετάλλαξη και στην εκτροπή του πολιτισμού, από πολιτισμό σκεπτόμενων, συσκεπτόμενων και συνεργαζόμενων πνευματικών ανθρώπινων όντων στην προοπτική ενός νέου Οικουμενικού Ουμανισμού[16], σε ‘πολιτισμό πιστών και απίστων’, σε πολιτισμό της σύγκρουσης, της εκμετάλλευσης, του μίσους, του πολέμου, της φτώχιας.., στην προοπτική του θεοκρατικού Σκοταδισμού και της Βαρβαρότητας.

Και για να κρύψουν την ουσία των πολέμων για τον έλεγχο του πλούτου, κατασκευάζουν «θεωρίες» για «το τέλος της ιστορίας»[17], ή για τη «σύγκρουση των πολιτισμών»[18], σύμφωνα με τις οποίες οι «μουσουλμάνοι», σήμερα, που συλλήβδην και σκόπιμα ταυτίζονται με τους φανατικούς ισλαμιστές, δεν αντιστέκονται στη λαίλαπα της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, για τη διατήρηση του ελέγχου πάνω στον τοπικό-εθνικό τους πλούτο, αλλά για τη διατήρηση της μαντίλας και οι ‘χριστιανοί’ ιμπεριαλιστές πολεμούν τάχα «για του Χριστού την πίστη την αγία», κι’ όχι για τις πετρελαιοπηγές και το φυσικό αέριο.

Για τους πιο υποψιασμένους, λοιπόν, όλα αυτά δεν υπαγορεύτηκαν, και πολύ περισσότερο δεν υπαγορεύονται στην εποχή μας, από κάποια μεταφυσική αγωνία ή κάποια θρησκευτική πίστη. Υπαγορεύτηκαν και υπαγορεύονται από την απληστία και την εξουσιομανία, από τις πιο νοσηρές αντιλήψεις για τη ζωή, την οικονομία, την κοινωνία, τον Άνθρωπο και τον πολιτισμό του. Υπ’ αυτή την έννοια οι θρησκείες και οι εκκλησίες αποτελούν ιστορικά τις αρχαιότερες επιχειρήσεις διανομής-ιδιοποίησης κι’ όχι παραγωγής πλούτου, που τις διαχειρίζονται τα ιερατεία, κι’ όχι μόνο τα εκκλησιαστικά, σφετεριζόμενα με τη βία, με το ψέμα και με άλλους χίλιους δυό τρόπους, όπως ‘συγχωροχάρτια’, ξόρκια, «θαύματα» και τσαρλατανιές, τον κοινωνικό πλούτο, πουλώντας ψευδαισθήσεις σε κατατρομαγμένες ανθρώπινες υπάρξεις, σε υπάρξεις των οποίων τη ζωή τη ρήμαξαν και τη μετατρέψανε σε πραγματική κόλαση, για να προσδοκούν μέσω της «πίστης» να «κερδίσουν το χαμένο παράδεισο».

Υπάρχει, αναμφισβήτητα, μια πραγματικότητα. Η πραγματικότητα που έχουν δημιουργήσει ακουμπώντας πάνω σε ιδεοληψίες και ψέματα, οι θρησκείες, χιλιάδες χρόνια τώρα. Μια πραγματικότητα όμως, που έδωσε μια εικονική διάσταση στον πολιτισμό και τον εξέτρεψε από το σκοπό του, το σκοπό της ανθρώπινης ζωής που είναι κοινωνική ισότητα, η ευτυχία, ως χαρά της δημιουργίας και της αυτοπραγμάτωσης σε πραγματικό (κι’ όχι σε μελλοντικό ή μεταφυσικό) χρόνο, δηλαδή η ευτυχία της χωροχρονικά, που θα πει της ιστορικά, προσδιορισμένης ύπαρξης.

Πρόκειται για μια πραγματικότητα α-ιστορική, εκτός χώρου και χρόνου, κυριολεκτικά εικονική που δημιουργήθηκε από νοσηρές θρησκοληψίες και ιδεοληψίες, η οποία υπονόμευσε βίαια την αυθεντικότητα της ανθρώπινης προσωπικότητας και δημιούργησε ‘είδωλα’, ‘πιστούς’, και κατά τον HegelFalsche Intenditäten, ‘νόθες ταυτότητες’, δηλαδή νόθες συνειδήσεις και κατά συνέπεια έναν σχιζοφρενικό πολιτισμό της σύγκρουσης και της δυστυχίας.

Η κριτική προς τις σκοταδιστικές θρησκείες και τις εξουσιαστικές ιδεολογίες, είναι και πρέπει να είναι αμείλικτη, γιατί η εξάλειψή τους είναι συνυφασμένη με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, με τα συμφέροντα των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, με την ύπαρξη της ζωής και το μέλλον της ανθρωπότητας. Προφανώς και αυτή η κριτική δεν αφορά την ‘πίστη’ των αφελών και την ‘προσευχή’ των κολασμένων αυτής της Γης, των λεηλατημένων ανθρώπινων υπάρξεων, αλλά την υποκρισία και την απληστία των συμμοριών των οργανωμένων θρησκειών και των στρατιωτικοβιομηχανικών συμπλεγμάτων που βάζουν τα κέρδη, την ιδιοκτησία και την εξουσία τους πάνω από τον Άνθρωπο και τον ανθρωπισμό. Αφορά βεβαίως και τη λεγόμενη διανόηση που δεν βλέπει, δεν ακούει και δεν μιλάει για τα εγκλήματα των διαπλεκόμενων σκοταδιστικών και εξουσιαστικών ιερατείων σε βάρος της ανθρωπότητας με αντάλλαγμα μια κάποια θεσούλα στον καπιταλιστικό παράδεισο. Αφορά προφανώς και ιδιαίτερα τις κομματικές γραφειοκρατίες που σταυροκοπιούνται και υποκλίνονται σε όλα τα εκμεταλλευτικά, εξουσιαστικά και σκοταδιστικά ιερατεία, για μια βουλευτική έδρα, ή για ένα κάποιο κρατικό αξίωμα και για να τους ανατεθεί η διαχείριση του συστήματος που τρέφεται από τις σάρκες, τον ιδρώτα, το αίμα και τα μυαλά των εργαζόμενων και των ανέργων, αντί να κατεβάσουν στην κοινωνία την επιστημονικά έγκυρη και κοινωνικά χρήσιμη Γνώση, προϋπόθεση της Επίγνωσης και της Συνείδησης για την ατομική, συλλογική και κοινωνική απελευθέρωση προς την κατεύθυνση της Άμεσης Δημοκρατίας[19], της Αταξικής Κοινωνίας και του Οικουμενικού Ουμανιστικού Πολιτισμού.
ΦΩΣ, ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ‘ΑΓ(Ρ)ΙΟ' ΣΚΟΤΑΔΙ

[1] Αναφέρεται στο: Σκέψεις πάνω στην «ανάπτυξη» και την «ορθολογικότητα»,στο συλλογικό τόμο: Υπάρχει σοσιαλιστικό μοντέλο ανάπτυξης; ΥΨΙΛΟΝ/ΒΙΒΛΙΑ, Αθήνα 1984, σελ. 87.
[2] Βλέπε αναλυτικά, Λάμπος Κώστας, Αμερικανισμός και Παγκοσμιοποίηση. Οικονομία του Φόβου και της παρακμής, ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ, Αθήνα 2009.
[3] Σαραμάγκου Ζοζέ και Έκο Ουμπέρτο, Διάλογος για το ‘Περί Φωτίσεως’, στην La Republica και στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ της 17.12.2006, (ένθετο ‘&7’, σελ. 26).
[4] « Όταν οι ιεραπόστολοι ήρθαν στην Αφρική, αυτοί κρατούσαν τη Βίβλο κι εμείς τη γη μας. Μας είπαν να προσευχηθούμε. Κλείσαμε τα μάτια και προσευχηθήκαμε. Όταν όμως ανοίξαμε τα μάτια μας, είδαμε ότι εμείς κρατούσαμε τη Βίβλο κι’ αυτοί τη γη μας». Ντέσμοντ Τούτου, Νοτιοαφρικανός Επίσκοπος και κάτοχος του Βραβείου NOBEL Ειρήνης το 1984. «Η συμβολή των θρησκευτικών αποστολών στην αποικιοκρατία είναι γνωστή. Σχεδόν πάντα ακολούθησαν τους εμπόρους και προηγήθηκαν των στρατιωτικών, ώστε σε πολλά κράτη αυτή η σειρά των τριών ‘mmercanti (έμποροι) missionary (ιεραπόστολοι) και militari (στρατιωτικοί) θεωρήθηκε σαν μια ενιαία μέθοδος υποδούλωσης», Basso Lelio, Εισαγωγή στο συλλογικό τόμο: Πολιτιστικός Ιμπεριαλισμός, ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ, Αθήνα 1984, σελ. 28.
[5] «Είσαστε πουλάκια στο κλουβί της ‘Ιερής Εξέτασης’. Η ‘Αγία Έδρα’ σας καψαλίζει τα φτερά, μπορούν όμως να ξαναφυτρώσουν…Είναι ντροπή να εμπιστεύεστε τις ψυχές σας σ’ εκείνους που δεν θα εμπιστευόσασταν τα χρήματά σας», Βολταίρος, Δοκίμια φιλοσοφικής κριτικής, Εκδόσεις ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΜΠΑΝΑ, Αθήνα 1971, σελ. 73.
[6] Βλέπε,Wells H. G., Παγκόσμιος Ιστορία, Εκδόσεις ΔΕΛΤΑ, Αθήνα χ.χ., τόμος 2, σελ. 760-822. Αθανασιάδης Γιώργης, Σταυροφορίες παλιές και νέες, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ, Αθήνα 1965, σελ. 167-207.
[7] Ο αμερικάνικος νεοχριστιανισμός, πολιτικός σύμμαχος και κυβερνητικός εταίρος του ρεπουμπλικανικού κόμματος και της δυναστείας των Μπους, αποτελεί σήμερα για τις ΕΠΑ, απειλή ισάξια εκείνης των Ναζί στη γερμανική Δημοκρατία της Βαϊμάρης, υποστηρίζει ο Αμερικανός συγγραφέας Κρις Χέτζις στο βιβλίο του : «Αμερικανοί φασίστες: Η χριστιανική Δεξιά και ο πόλεμος κατά της Αμερικής», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις FREE PRESS.
[8] Βλέπε, Μπάρμπερ Μπέντζαμιν, Ο κόσμος των Mac κόντρα στους Τζιχάντ, ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ, Αθήνα 1998.
[9] Είναι γνωστή η απληστία και η φιλαργυρία των ιερατείων και ιδιαίτερα των ‘ιεραρχών’, η οποία, στην Ελλάδα, παίρνει τη μορφή της πιο χυδαίας καταπίεσης των χαμηλόβαθμων κληρικών, από τους ‘Αρχιεπίσκοπους’ και τους ‘Μητροπολίτες’ τόσο του ελλαδικού χώρου, όσο και αυτών της Διασποράς, για την απόδοση ετήσιου ‘κεφαλικού φόρου, πολλών χιλιάδων ΕΥΡΩ, όπως προκύπτει και από πρόσφατη σχετική ‘αρχιεπισκοπική εγκύκλιο’, Βλέπε:  Παπουτσάκη Μαρία «Βάζει χέρι στο παγκάρι. Κεφαλικό φόρο επιβάλλει ο Χριστόδουλος …», ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ της 06-07.01.2007, σελ. 16.
[10] Βλέπε, «Η διπλωματία των λειψάνων στην υπηρεσία της πολιτικής», ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ της 14.12.2006.
[11] Για το βίο και την πολιτεία του ‘ελληνορθόδοξου μουλατείου’, του ‘αρχηγού’ του, Χριστόδουλου Παρασκευαϊδη και των δυνάμεων που τον στηρίζουν, κρύβονται πίσω από τις ‘Χρυσοπηγές’ και τις νέες ‘Φιλικές Εταιρείες’, και χαλκεύουν νέα ‘ελληνοχριστιανικά’ δεσμά για το Λαό, γυαλισμένα με το λούστρο της «γελοιωδεστέρας των αγυρτειών», βλέπε, Βασιλάκης Μανώλης, Η μάστιγα του Θεού, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΝΩΣΕΙΣ, Αθήνα 2006.
[12] ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ της 14.12.2006.
[13] Σύμφωνα με δηλώσεις του μητροπολίτη Ζακύνθου και μέλους της λεγόμενης ‘Διαρκούς Ιεράς Συνόδου’ Χρυσόστομου, στο ραδιοφωνικό σταθμό ΝΕΤ-105,8 FM, δημοσιευμένες στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ της 15.02.2007, σελ. 2.
[14] «Γεννήθηκε σε λάθος χώρα και υπηρετεί λάθος θρησκεία. Θα του πήγαινε πολύ το καφτάνι και το τουρμπάνι των μουλάδων και –γιατί όχι- των Αγιατολάχ. Έχει όλα τα προσόντα για Μεγάλος Αγιοταλάχ –ύψιστος αρχηγός και κυβερνήτης των πάντων», Δήμου Νίκος, Προλεγόμενα, στο: Βασιλάκης Μανώλης, Η μάστιγα …, ο. π., σελ. 21, για τον «από θεολογικής απόψεως ελαφρολαϊκό άχρι γραφικότητος Χριστόδουλο, διότι από πολιτικής απόψεως κομίζει την ακροδεξιά υποκουλτούρα», στο ίδιο, σελ 657.
[15] Χριστόδουλος, Η ορθοδοξία και η νέα τάξη, ΤΟ ΒΗΜΑ της 16.03.1997.
[16] Βλ. Λάμπος Κώστας, Προς έναν Οικουμενικό Ουμανιστικό Πολιτισμό, ΕΞΟΡΜΗΣΗ της 05.01.1997.
[17] Ο συγγραφέας του «τέλους της ιστορίας» υποστηρίζει τώρα πως, «όχι δεν ήρθε το τέλος της ιστορίας», κι αυτό μάλλον επειδή «οι ΗΠΑ πρέπει να προωθήσουν τη Δημοκρατία στον κόσμο…Κι όσοι νομίζουν ότι οι νεοσυντηρητικοί και η θρησκευτική Δεξιά είναι κάτι που προσγειώθηκε σαν εξωγήινος στις ΗΠΑ δεν ξέρουν τι τους γίνεται», Φουκουγιάμα Φράνσις, Όχι δεν ήρθε το τέλος της ιστορίας, Συνέντευξη στην Αριστοτελία Πελήνη, ΤΑ ΝΕΑ της 05-04-2006, σελ. 4/22.
[18] Χάντιγκτον Σάμιουελ, Η σύγκρουση των πολιτισμών και ο ανασχηματισμός της παγκόσμιας τάξης, Terzo Books, Αθήνα 1998. Η θεωρία του Χάντιγκτον, υποστηρίζει ο «Ιός», (Βλέπε: www.iospress.gr . Βίος και θεωρία του Σάμιουελ Χάντιγκτον ), «αποτελεί το λάβαρο της Nεο-Δεξιάς σ’ Ανατολή και Δύση… και μπορεί να καταγγελθεί ‘ηθικά΄’, με βάση μια ανθρωπιστική, αντιρατσιστική και φιλελεύθερη κοσμοθεώρηση. Ακόμη περισσότερο, όμως, αξίζει να μελετηθεί για όσα υποκρύπτει. Την προσπάθεια του δημιουργού και των προωθητών της, να δώσουν ένα ‘ιδεολογικό’ – και κατά πρώτο λόγο θρησκευτικό επίχρισμα στις σύγχρονες ιμπεριαλιστικές διαμάχες για τον έλεγχο αγορών και πρώτων υλών».
[19] Λάμπος Κώστας, Άμεση Δημοκρατία και αταξική κοινωνία. Η μεγάλη πορεία της ανθρωπότητας προς την κοινωνική ισότητα και τον Ουμανισμό, ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2012.

Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΑ ΧΩΡΙΣ ΑΦΕΝΤΙΚΑ. ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΕΥΘΥΝΣΗ





Αγωνιστικό Πανελλαδικό Διήμερο στη Θεσσαλονίκη


Εδώ και δεκαπέντε μήνες, ένα μικρό εργοστάσιο στην Θεσσαλονίκη, χαράζει μια διαφορετική πορεία στα τεκταινόμενα του εργατικού και κοινωνικού κινήματος της χώρας. Εδώ και δεκαπέντε μήνες το εργοστάσιο της Βιομηχανικής Μεταλλευτικής βρίσκεται κάτω από πλήρη εργατικό έλεγχο και αυτοδιεύθυνση υπό την γενική συνέλευση των εργαζομένων. Ένας τόπος εκμετάλλευσης του ιδρώτα των εργατών, μετατρέπεται σε χώρο ελευθερίας. Ένας τόπος ιεραρχίας σε χώρο ισονομίας και άμεσης δημοκρατίας. Ένας τόπος καπιταλιστικής πειθαρχίας, σημείο παράδειγμα για την κοινωνική απελευθέρωση.
Αυτοί οι δεκαπέντε μήνες, αλλά και τα δυόμιση χρόνια αγώνα των εργατών της ΒΙΟΜΕ για να περάσει το εργοστάσιο στα δικά τους χέρια, μας δίδαξαν πολλά.
Πρώτα απ' όλα μας δίδαξαν τι απαιτεί ένας νικηφόρος αγώνας:
  • Την αποφασιστικότητα των εργαζομένων που κάθε μέρα και κάθε νύχτα εδώ και πάνω από δύο χρόνια βρίσκονται εντός του εργοστασίου μέχρι να γίνει πραγματικά δικό τους.
  • Την άμεση δημοκρατία, την ισότητα όλων, πέρα από ειδικότητες στο εργοστάσιο, πέρα από φυλές και γένη, πέρα από ηλικίες, κάθε εργαζόμενος της ΒΙΟΜΕ έχει πλήρη ευθύνη για ότι αποφασίζεται στη συνέλευση καθώς είναι ενεργό κομμάτι και συστατικό της.
  • Την αντίληψη και την διαύγεια ότι οι εργατικές ανάγκες δεν χωράνε στις υποσχέσεις των αφεντικών. Αλλά και την γνώση πως τίποτε δεν θα μας χαριστεί αν δεν το πλάσουμε με τα χέρια μας!
  • Την συνείδηση ότι ο αγώνας δεν είναι μονάχα για τους εργαζόμενους αλλά ταυτόχρονα για το σύνολο της πληττόμενης κοινωνική πλειοψηφίας. Τα μάτια στραμμένα τόσο μέσα στο εργοστάσιο, άλλο τόσο όμως έξω στην κοινωνία.
Μας δίδαξαν επίσης να ξεχωρίζουμε τους φίλους από τους εχθρούς. Τους χιλιάδες αλληλέγγυους απλούς εργαζόμενους και ανέργους που αγκάλιασαν το εγχείρημα σε όλη την Ελλάδα αλλά και διεθνώς, από την αρτηριοσκλήρωση της εργοδοτικής γραφειοκρατίας που ακόμη και σήμερα με την στάση της δικαιώνει την εργοδοσία. Τους εκατοντάδες εγγεγραμμένους αλληλέγγυους υποστηρικτές από
αυτούς που λοιδορούν το εγχείρημα και την προοπτική του.
Τις πάμπολλες πρωτοβουλίες αλληλεγγύης που στήνονται σε όλη την Ελλάδα για να υποστηρίξουν τον αγώνα, και αυτούς που περιμένουν στη γωνιά το σύστημα να τον τσακίσει για να δικαιωθούν, ξανά, από την ήττα.
Σήμερα ο αγώνας στο εργοστάσιο της ΒΙΟΜΕ, έχει ανοίξει ένα καινούργιο κεφάλαιο. Οι πάνω από οκτακόσιοι αλληλέγγυοι υποστηρικτές και υποστηρίκτριες απ' όλη τη χώρα δημιουργούν ένα μοναδικό φαινόμενο αλληλεγγύης.
Ο εργατικός έλεγχος στην παραγωγή συνδυάζεται με την κοινωνική υποστήριξη με τον πιο καθαρό και οργανικό τρόπο.
Σήμερα, όμως, είναι που ο αγώνας στο εργοστάσιο της ΒΙΟΜΕ μας έχει ανάγκη περισσότερο παρά πότε.  Η εργοδοσία μαζί με το κράτος αλλά και εργαζόμενους που τάχθηκαν στο πλευρό των αφεντικών κυνηγούν όλοι μαζί, δικαστικά, το εγχείρημα της ΒΙΟΜΕ. Στις 12 του Μάη σέρνουν τους εργαζόμενους στα δικαστήρια. Απαιτούν να καταδικαστεί το δικαίωμα στην αξιοπρεπή εργασία και διαβίωση. Ζητούν να πάψει ο αγώνας και κλείσει το εργοστάσιο. Επιδιώκουν να φιμώσουν ένα ζωντανό παράδειγμα εργατικής χειραφέτησης.
Ποιοι όμως έχουν το θράσος να εναντιωθούν στον δίκαιο αγώνα των εργατών: Η εργοδοσία της οικογένειας Φιλίππου, γνωστής φαμίλιας εργοστασιαρχών, που έχει πολλάκις καταδικαστεί σε έτη φυλάκισης για τα χρωστούμενα στους εργαζόμενους. Η εργοδοσία της οικογένειας Φιλίππου που δεν έχει δώσει εδώ και δυόμιση χρόνια δεκάρα τσακιστή για τα χρωστούμενα και τα εξαγορασμένα τσιράκια της που προδίδουν το ίδιο τους το σωματείο, τα ίδια τους τα ταξικά αδέρφια.
Γιατί όμως χτυπιέται σήμερα ο αγώνας στο εργοστάσιο της ΒΙΟΜΕ: Γιατί σήμερα είναι που φτάνει στα απώτερα όρια ο εξευτελισμός της εργατικής δύναμης. Που κυβέρνηση και αφεντικά, χέρι-χέρι, τσακίζουν τις ανάγκες μας σε εργασία, μόρφωση, υγεία. Γιατί σήμερα είναι που ενάμιση εκατομμύριο άνεργοι βρίσκονται στα όρια της απελπισίας. Γιατί σήμερα είναι που θέλουν να επιβάλλουν φίμωτρο στην κοινωνία με την καταστολή των ΜΑΤ και των εισαγγελέων. Γιατί σήμερα είναι που απαιτούν να σκύψουμε ακόμη περισσότερο το κεφάλι για να περάσει από επάνω μας η ανάπτυξη των κερδών τους.
Είναι φανερό πως δεν μπορούν να ανέχονται άλλο έναν αγώνα που κάθε μέρα που μένει ζωντανός κάνει πιο δυνατό το μήνυμα του:
Ανοιχτά εργοστάσια στα χέρια των εργατών!
Εργάτη μπορείς χωρίς αφεντικά!
Για όλους τους παραπάνω λόγους η Ανοιχτή Πρωτοβουλία Αλληλεγγύης στον Αγώνα των εργατών της ΒΙΟΜΕ καλεί σε:
Πανελλαδικό διήμερο αγώνα και αλληλεγγύης

Στο εργοστάσιο της ΒΙΟΜΕ την Κυριακή 11 Μάη
10.00 με 15.00 Πανελλαδική συνέλευση των αλληλέγγυων υποστηρικτών και των εργαζομένων της ΣΕΒΙΟΜΕ: Οι προοπτικές του αγώνα.
17.00 με 21.00 Εκδήλωση με συμμετοχές από αγωνιζόμενα τμήματα της κοινωνίας: από την Χαλκιδική, το νερό, εργατικούς χώρους κ.α.
21.30 Συναυλία οικονομικής ενίσχυσης
Συγκέντρωση έξω από τα δικαστήρια Θεσσαλονίκης Δευτέρα 12 Μάη 09.00
Να απορριφθούν οι κατηγορίες, να δικαιωθούν οι αγωνιζόμενοι εργάτες της ΒΙΟΜΕ.
Κάτω τα χέρια από το το εργοστάσιο των εργατών!
Αγωνιζόμαστε για:
Εργατική αυτοδιαχείριση σε κάθε χώρο δουλειάς
Σωματεία βάσης με άμεση δημοκρατία ενάντια στον εργοδοτικό κυβερνητικό συνδικαλισμό.
Γενική απεργία διαρκείας, να περάσουν τα εργοστάσια στους εργάτες, η παραγωγή στους παραγωγούς.
ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ ΓΥΡΙΖΟΥΜΕ ΤΟ ΓΡΑΝΑΖΙ!





Ανοιχτή Πρωτοβουλία Αλληλεγγύης & Στήριξης του αγώνα των εργατών της Βιομηχανικής Μεταλλευτικής


http://biom-metal.blogspot.gr/ http://www.viome.org/

Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

Παρασιτικός κοινωνικός καταναλωτισμός*







του Παναγιώτη Κονδύλη**



Η σημερινή Ελλάδα αποτελεί ακριβώς περίπτωση φθίνοντος έθνους, το οποίο εκλαμβάνει τις έμμονες μυθολογικές του ιδέες για τον εαυτό του ως

ρεαλιστική αυτεπίγνωση . Δεν είναι διόλου περίεργο ότι η ψυχολογική αυτή

κατάσταση συχνότατα παρουσιάζει συμπτώματα παθολογικού αυτισμού γιατί το

απαραίτητο υπόβαθρο και πλαίσιο της υγιούς αυτεπίγνωσης είναι η γνώση του

ευρύτερου περιβάλλοντος κόσμου, μέσα στον οποίο καλείται να δράσει ένα ατομικό

ή συλλογικό υποκείμενο, αποτιμώντας κατά το δυνατόν νηφάλια τις δυνατότητες του

και υποκαθιστώντας τη νοσηρά εγωκεντρική αρχή της ηδονής με τη φυσιολογικά

εγωκεντρική αρχή της πραγματικότητας. Όπως οι κατώτεροι ζωικοί οργανισμοί,

έτσι και οι σημερινοί Έλληνες αντιδρούν με έντονες αντανακλαστικές κινήσεις

μονάχα σ’ ό,τι τους ερεθίζει άμεσα και ειδικά· οι δηλώσεις κάποιου «φιλέλληνα»

στη Χαβάη ή κάποιου «μισέλληνα» στη Γροιλανδία (κι ας μη μιλήσουμε καθόλου για

τα όσα παρεμφερή μαθαίνει κανείς από τις Βρυξέλλες ή την Ουάσιγκτον) ευφραίνουν

ή εξάπτουν, αναλόγως, τα πνεύματα πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τα απασχολούν τα

ουσιώδη, αν και συχνά αφανή, μεγέθη της πολιτικής και της οικονομίας.

Επίσης ελάχιστοι φαίνεται να ενδιαφέρονται για τα πολιτικά συμπαρομαρτούντα

των διαγραφόμενων οικολογικών στενωπών ή για τις προσεχείς συνέπειες

της μετανάστευσης των λαών σε μια χώρα τόσο ευπαθή οικολογικά και τόσο

έκθετη γεωγραφικά όσο η Ελλάδα. Όμως η έλλειψη, και μάλιστα η άρνηση,

της αυτεπίγνωσης δεν φαίνεται μόνον έμμεσα στη στενότητα της πολιτικής

κοσμοεικόνας, από την οποία συνήθως αφορμώνται οι συζητήσεις πάνω στην εθνική

πολιτική. Φαίνεται και άμεσα, στον τρόπο διεξαγωγής αυτών των συζητήσεων. Στο

επίκεντρό τους βρίσκονται δηλ. περισσότερο ή λιγότερο θεμελιωμένες σκέψεις

και γνώμες για το ποιά τροπή θα πάρει αυτή ή εκείνη η συγκεκριμένη εξέλιξη

και για το αν αυτή ή εκείνη η ενέργεια ενδείκνυται ή όχι, πράγμα πού συχνότατα

οδηγεί στη γνωστή και προσφιλή πολιτικολογία και τραπεζορητορεία. Δεν

θίγεται όμως ο ακρογωνιαίος λίθος κάθε πολιτικής προβληματικής: ποιά είναι

η ταυτότητα και η οντότητα του πολιτικού υποκειμένου, για τις πράξεις, τις

παραλείψεις και το μέλλον του οποίου γίνεται λόγος; Πιο συγκεκριμένα: ποιά είναι

η σημερινή φυσιογνωμία της Ελλάδας και τι προκύπτει απ’ αυτήν ως προς την

ικανότητά της να ασκήσει εθνική πολιτική μέσα στις σημερινές πλανητικές

συνθήκες; Η εσωτερική αποσύνθεση, την οποία κανείς αφήνει να προχωρήσει

όσο δεν φαίνεται ν’ αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο, του στερεί τα απαιτούμενα

μέσα και περιθώρια ελιγμών όταν η ανάγκη σφίγγει.


Υπάρχει διάχυτη η εντύπωση ότι μόλις εμφανισθεί στο διεθνές προσκήνιο η

Ελλάδα (ολόκληρη Ελλάδα!) και υψώσει τη φωνή για τα δίκαιά της, η κοινωνία

των εθνών θα αφήσει τις δικές της έγνοιες και θα ενδιαφερθεί για τα ελληνικά

αιτήματα, περίπου αποσβολωμένη από την ηθική λάμψη τους. Η προβολή της εξ

ορισμού ανώτερης ηθικής διάστασης φαίνεται να απαλλάσσει από τους ταπεινούς

μόχθους και τους παραζαλιστικούς λαβυρίνθους της συγκεκριμένης πολιτικής,

φαίνεται δηλ. ότι αρκεί να έχει κανείς το δίκαιο με το μέρος του για να έχει κάνει

σχεδόν τα πάντα, όσα εξαρτώνται απ’ αυτόν. Στον υπόλοιπο κόσμο εναπόκειται να

αντιληφθεί το ελληνικό δίκαιο και να πράξει ανάλογα. Η ελληνική πλευρά

συχνότατα θεώρησε και θεωρεί ως αδιανόητο ότι οι άλλοι μπορούν να έχουν

(ειλικρινά ή όχι) διαφορετική αντίληψη για το τι είναι δίκαιο· επίσης

δυσκολευόταν και δυσκολεύεται να συμφιλιωθεί με τη σκέψη ότι οι άλλοι δεν

παίρνουν πάντα τοις μετρητοίς τους ισχυρισμούς της κι ότι χρησιμοποιούν και άλλες

πηγές πληροφοριών ή ακούνε και άλλες απόψεις. Εκείνο όμως πού προ παντός

αρνείται να κατανοήσει σε μόνιμη βάση η ελληνική πλευρά, καθώς έχει

αυτοπαγιδευθεί στις υπεραναπληρώσεις των ηθικολογικών άλλοθι, είναι ότι

κάθε ισχυρισμός και κάθε διεκδίκηση μετρούν μόνο τόσο, όσο και η εθνική

οντότητα πού στέκει πίσω τους. Όποιος λ.χ. μονίμως επαιτεί δάνεια και επιδοτήσεις

για να χρηματοδοτήσει την οκνηρία και την οργανωτική του ανικανότητα δεν μπορεί

να περιμένει ότι θα εντυπωσιάσει ποτέ κανέναν με τα υπόλοιπα «δίκαιά» του. Ούτε

μπορεί κανείς να περιμένει ότι θα ληφθεί ποτέ σοβαρά υπ’ όψιν μέσα στο διεθνές

πολιτικό παιγνίδι, αν δεν έχει κατανοήσει, και αν δεν συμπεριφέρεται έχοντας

κατανοήσει, ότι, πίσω και πέρα από τις μη δεσμευτικές διακηρύξεις αρχών ή τις

αόριστες φιλοφρονήσεις, τις φιλίες ή τις έχθρες τις δημιουργεί και τις παγιώνει

η σύμπτωση ή η απόκλιση των συμφερόντων. Όμως στη βάση αυτή μπορεί να

κινηθεί μόνον όποιος έχει την υλική δυνατότητα να προσφέρει τόσα, όσα ζητά ως

αντάλλαγμα. Με άλλα λόγια: οι κινήσεις στο πολιτικό-διπλωματικό πεδίο

αποδίδουν όχι ανάλογα με το «δίκαιο», το οποίο άλλωστε η κάθε πλευρά ορίζει

για λογαριασμό της, αλλά ανάλογα με το ιστορικό και κοινωνικό βάρος των

αντίστοιχων συλλογικών υποκειμένων, το οποίο όλοι αποτιμούν κατά μέσον όρο

παρόμοια, όπως γίνεται και με τα εμπορεύματα στην αγορά. Επί πλέον καμιά

προστασία και καμιά συμμαχία δεν κατασφαλίζει τελειωτικά οποίον βρίσκεται μαζί

της σε σχέση μονομερούς εξάρτησης. Η αξία μιας συμμαχίας για μιαν ορισμένη

πλευρά καθορίζεται από το ειδικό βάρος της πλευράς αυτής μέσα στο πλαίσιο της

συμμαχίας. Ισχυροί σύμμαχοι είναι άχρηστοι σ’ όποιον δεν διαθέτει ό ίδιος σεβαστό

ειδικό βάρος, εφ’ όσον ανάλογα με τούτο εδώ αυξομειώνεται το ενδιαφέρον των

ισχυρών. Ίσως να θεωρεί κανείς «απάνθρωπα» και λυπηρά αυτά τα δεδομένα. Aν

όμως ασκεί εθνική πολιτική αγνοώντας τα, αργά ή γρήγορα θα βρεθεί σε μια

κατάσταση όπου τη λύπη για την ηθική κατάπτωση των άλλων θα τη διαδεχθεί ο

θρήνος για τις δικές του συμφορές.

Η παρατήρηση αυτή μας φέρνει στη δεύτερη από τις δύο μεγάλες φάσεις της εθνικής

συρρίκνωσης του ελληνισμού σ’ αυτόν τον αιώνα. Αν η πρώτη είχε κυρίως

γεωπολιτικό χαρακτήρα, η δεύτερη, πού άρχισε μετά τη σχετική ολοκλήρωση της

πρώτης, χαρακτηρίζεται από τα συμπτώματα και τα συμπαρομαρτούντα ενός

παρασιτικού καταναλωτισμού αδιάφορου για τις μακροπρόθεσμες εθνικές του

επιπτώσεις, ιδιαίτερα σ’ ό,τι αφορά την ανεξαρτησία της χώρας και την

αυτοτέλεια των εθνικών της αποφάσεων. Τον καταναλωτισμό αυτόν δεν τον

ονομάζουμε παρασιτικό για να τον υποβιβάσουμε ηθικά, αντιπαρατάσσοντάς

του «ανώτερα» και «πνευματικά» ιδεώδη ζωής, όπως κάνουν διάφοροι διανοούμενοι.


Θα ήταν εξωπραγματικό και ανόητο να θέλει να αποκόψει κανείς τον ελληνικό λαό

στο σύνολό του από τις νέες δυνατότητες της παραγωγής και της τεχνολογίας — και

επί πλέον θα ήταν και επικίνδυνο, γιατί μια τέτοια αποκοπή θα συμβάδιζε με μια

γενικότερη οικονομική και στρατιωτική καθυστέρηση. Ό όρος «παρασιτικός

καταναλωτισμός» χρησιμοποιείται εδώ στην κυριολεξία του για να δηλώσει ότι

η σημερινή Ελλάδα, όντας ανίκανη να παραγάγει η ίδια όσα καταναλώνει και

μην έχοντας αρκετή αυτοσυγκράτηση — και αξιοπρέπεια — ώστε να μην

καταναλώνει περισσότερα απ’ όσα μπορεί να παραγάγει η ίδια, προκειμένου να

καταναλώσει παρασιτεί, και μάλιστα σε διπλή κατεύθυνση: παρασιτεί στο

εσωτερικό, που υποθηκεύει τους πόρους του μέλλοντος μετατρέποντάς τους σε

τρέχοντα τοκοχρεολύσια, και παρασιτεί προς τα έξω, που έχει επίσης δανεισθεί

υπέρογκα ποσά όχι για να κάνει επενδύσεις μελλοντικά καρποφόρες, αλλά

κυρίως για να πληρώσει με αυτά τεράστιες ποσότητες καταναλωτικών αγαθών,

τις οποίες και πάλι εισήγαγε από το εξωτερικό. Η εξέλιξη αυτή συντελέσθηκε στο

πλαίσιο της μεταπολεμικής προοδευτικής διαπλοκής των διεθνών οικονομικών

διαδικασιών γενικά και των ευρωπαϊκών οικονομιών ειδικότερα, ωστόσο θα ήταν

λάθος να τη θεωρήσουμε ως ειμαρμένη πού ενέσκηψε πάνω σε μιαν αδύνατη κι

ανυπεράσπιστη Ελλάδα, αιχμαλωτισμένη ανέκκλητα στα δίχτυα του «διεθνούς

κεφαλαίου». Τέτοιες φαινομενικά περισπούδαστες εξηγήσεις προσφέρουν όσοι

οχυρώνονται πίσω από την αγοραία «αριστερή» και «φιλολαϊκή» ρητορική,

αρνούμενοι να αναμετρήσουν το μέγεθος των δικών τους ευθυνών, το βάθος των

συντελεστών της σημερινής εθνικής κρίσης και την οδυνηρότητα των πιθανών

διεξόδων απ’ αυτήν.

Οι πρωταρχικοί λόγοι, πού έθεσαν σε κίνηση τη διαδικασία της εθνικής εκποίησης

και της συναφούς πολιτικής αποδυνάμωσης της Ελλάδας σε διεθνές επίπεδο, είναι

ενδογενείς και ανάγονται στη λειτουργία του πολιτικού της συστήματος και στη

συμπεριφορά όλων των υποκειμενικών του παραγόντων. Με άλλα λόγια: το

ελληνικό κοινωνικό και πολιτικό σώμα στο σύνολο του επωφελήθηκε από τη

μεταπολεμική πρωτοφανή ανάπτυξη της διεθνούς οικονομίας και άντλησε

βραχυπρόθεσμα ωφελήματα απ’ αυτή με αντάλλαγμα τον μακροπρόθεσμο

υποβιβασμό της Ελλάδας στην κλίμακα του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας και

συνάμα τη γενική εθνική της υποβάθμιση. Αυτό έγινε με τη μορφή ενός σιωπηρού,

αλλά διαρκούς και κατά μέγα μέρος συνειδητού και επαίσχυντου κοινωνικού

συμβολαίου, στο πλαίσιο του οποίου η εκάστοτε πολιτική ηγεσία —

«δεξιά», «φιλελεύθερη» ή «σοσιαλιστική», κοινοβουλευτική ή δικτατορική: στο

κρίσιμο τούτο σημείο οι αποκλίσεις υπήρξαν ελάχιστες — ανέλαβε τη λειτουργία

να ενισχύει γρήγορα και παρασιτικά τις καταναλωτικές δυνατότητες του «λαού»

με αντίτιμο την πολιτική του εύνοια ή ανοχή, ήτοι τη διαχείριση της πολιτικής

εξουσίας και την κάρπωση των συναφών κοινωνικών και υλικών προνομίων .

Βεβαίως, η συναλλαγή αυτή χαρακτήριζε τον ελληνικό κοινοβουλευτισμό από τα

γεννοφάσκια του , όμως η πρωτοφανής μεταπολεμική διεθνής οικονομική συγκυρία

της προσέδωσε δυνατότητες επίσης πρωτοφανείς: προς άγρα και συγκράτηση της

εκλογικής πελατείας μπορούσαν τώρα να προσφερθούν όχι απλώς ανιαρές κρατικές

θέσεις, αλλά επί πλέον πολύχρωμες μάζες καταναλωτικών αγαθών και πλήθος

δελεαστικών καταναλωτικών δυνατοτήτων. Ενώ όμως η πρώτη προσφορά

συνεπαγόταν κυρίως την εκποίηση του κρατικού μηχανισμού και των κρατικών

πόρων στην εσωτερική αγορά, η δεύτερη — και πιο πλουσιοπάροχη — απέληγε με

εσωτερική αναγκαιότητα στο ξεπούλημα ολόκληρου τού έθνους στη διεθνή

αγορά . Αυτό το ξεπούλημα άρχισε με τα μεγάλα, αντίδρομα και ταυτοχρόνως

συμπληρωματικά, κύματα της μετανάστευσης και του τουρισμού, για να κορυφωθεί,

αλλάζοντας αισθητά όψη και συναισθηματική επένδυση, στην αγορά αυστριακών

μπισκότων για σκύλους και στην οργάνωση τριήμερων ταξιδιών στο Λονδίνο για

ψώνια, κατασταλάζοντας ενδιαμέσως παχυλές επιδοτήσεις μιας περιττής αγροτικής

παραγωγής και την περαιτέρω διόγκωση μιας ημιπαράλυτης δημοσιοϋπαλληλίας.

Ποτέ άλλοτε το κράτος και το έθνος δεν βρέθηκαν, χάρη στην απλόχερη

μεσολάβηση του «πολιτικού κόσμου», σε τόσο αγαστή σύμπνοια με τον

χαρτοπαίχτη της επαρχίας και με το τσόκαρο των Αθηνών.

Ο παρασιτικός καταναλωτισμός, όπως τον ορίσαμε παραπάνω, προκάλεσε μια τέτοια

διασπάθιση πόρων, ιδιαίτερα στη δεκαετία του 1980 , ώστε η στενότητα των

πόρων θα ακολουθεί στο εξής, και για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, την

ελληνική εθνική πολιτική σαν βαριά σκιά. Οι σημερινές, και οι αναπόδραστες

αυριανές, προσπάθειες του «πολιτικού κόσμου» για τη λύση αυτού του πιεστικού

προβλήματος δεν αποτελούν διαρθρωτική του αντιμετώπιση, παρά κατά βάθος

αποσκοπούν στη δημιουργία συνθηκών πρόσκαιρης ανακούφισης πού θα

επιτρέψουν ξανά την ανακύκλωση του προηγούμενου φαύλου παιγνιδιού μεταξύ

κομμάτων και ψηφοφόρων. Είναι περιττό να εξηγήσουμε ποιές μακροπρόθεσμες

συνέπειες έχει η υφιστάμενη σήμερα στενότητα των πόρων για το μέλλον τού έθνους,

δηλ. για την οικονομική ανταγωνιστικότητα του, για την παιδεία του και για την

άμυνα του. Εξ αιτίας της στενότητας τούτης η Ελλάδα ξεκινά τον αγώνα δρόμου

στην αρχόμενη πολυτάραχη φάση της πλανητικής πολιτικής με ένα επί πλέον

σημαντικότατο μειονέκτημα. Η οικονομική της υποπλασία, η οποία

χρηματοδοτήθηκε και εξωραΐσθηκε καταναλωτικά με την εκτεταμένη απώλεια

της οικονομικής της ανεξαρτησίας, θα περιορίσει πολύ τα περιθώρια των

πολιτικών της επιλογών και δραστηριοτήτων, προ παντός όταν θα

συγκρουσθούν οι δικές της θέσεις με εκείνες των Ευρωπαίων και άλλων

χρηματοδοτών της. Για τη σύγκρουση αυτή, η οποία, δεν αποκλείεται κάποτε να

πάρει εκρηκτικές διαστάσεις, θα πούμε μερικά πράγματα αμέσως παρακάτω. Πάντως

την πορεία και την έκβασή της τις προδιαγράφει η σημερινή εικόνα της Ελλάδας

στον διεθνή, και προ παντός στον κοινοτικό ευρωπαϊκό χώρο. Θα πρέπει κανείς,

όπως συμβαίνει κατά κανόνα στη μακάρια ελληνική επικράτεια, να αγνοεί τον χώρο

αυτόν ή να έχει πάθει αθεράπευτη εθνικιστική τύφλωση και κώφωση για να μη

γνωρίζει ότι στα μάτια των εταίρων της η Ελλάδα είναι σήμερα ένας

ανεπιθύμητος παρείσακτος, ένας αναξιοπρεπής επαίτης, ο οποίος ζητά

δισεκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο προκειμένου να καταναλώνει πολύ

περισσότερα απ’ όσα του επιτρέπουν οι παραγωγικές του δυνατότητες και η

παραγωγικότητα της εργασίας του, και ο οποίος επί πλέον, για να διασφαλίσει

την παρασιτική του ευημερία, δεν διστάζει να ελίσσεται και να εξαπατά, ενώ ο

επαρχιωτισμός και ο ενίοτε παιδικός εγωκεντρισμός του δεν του επέτρεψαν ποτέ

να διατυπώσει κάποια ουσιώδη σκέψη ή πρόταση γενικού ευρωπαϊκού ή

διεθνούς ενδιαφέροντος. Δεν έχει σημασία αν την εικόνα τούτη τη συμμερίζονται

όλοι ανεξαιρέτως και αν ευσταθούν όλες της οι λεπτομέρειες ? βαρύνουσα πολιτική

σημασία έχει η γενική της διάδοση και προ παντός η γενική συμφωνία της με τα

πραγματικά δεδομένα. Εδώ ήδη φαίνεται καθαρότατα η βαθειά εσωτερική σχέση

ανάμεσα στην πολιτική του παρασιτικού καταναλωτισμού και στις τύχες της χώρας

μέσα στην κοινωνία των εθνών.

Οι απωθητικοί και αντισταθμιστικοί μηχανισμοί, με τη βοήθεια των οποίων η

πολυδαίδαλη και πολυμήχανη νεοελληνική ψυχή παρακάμπτει τους εξευτελισμούς

χωρίς ποτέ να τους υπερνικήσει κατά μέτωπο, είναι παλαιοί, δοκιμασμένοι

και γνωστοί. Επειδή ο επαίτης κατάγεται, γεωγραφικά τουλάχιστον, από

τον τόπο του Περικλή, πιστεύει ο ίδιος ότι δικαιούται να εμφανίζεται με

χλαμύδα, τη λευκότητα της οποίας τίποτε, ούτε καν κατάφωρες παραχαράξεις

και καταχρήσεις, δεν θα μπορούσε να σπιλώσει . Παράλληλα, οι περιοδικές

πατριωτικές εξάρσεις ή αψιθυμίες, από διάφορες αφορμές, επιτρέπουν την

ψυχολογικά βολική υπερκάλυψη της εθνικά ολέθριας συλλογικής πρακτικής από το

υψιπετές εθνικό φρόνημα, της κοντόθωρης ευδαιμονιστής δραστηριότητας από το

μετέωρο παραλήρημα. Επίσης καθιστούν δυνατή την ψευδαίσθηση της ομοψυχίας

όταν οι ατομικές βλέψεις και οι προσωπικές επιδιώξεις στην πραγματικότητα

αποκλίνουν τόσο, ώστε είναι πια δυσχερέστατο να συντονισθούν με καθοριστικό

άξονα τις επιταγές μιας μακρόπνοης εθνικής πολιτικής. Η κραυγαλέα επίδειξη

ομοψυχίας υποκαθιστά έτσι την ύπαρξη πρακτικά δεσμευτικής και αποδοτικής

ομογνωμίας πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα και συγκεκριμένες λύσεις . Έτσι,

ό,τι θα έπρεπε ν’ αποτελεί ψυχολογικό θεμέλιο για την άσκηση εθνικής πολιτικής

μετατρέπεται σε ψυχολογικό άλλοθι για τη ματαίωση των προϋποθέσεών της,

καθώς η διαρκής πατριωτική μέθη εμποδίζει μόνιμα τους ευτυχείς φορείς της να

αποκρυσταλλώσουν τη ρητορική εθελοθυσία τους σε κοινές πραγματιστικές

πολιτικές αποφάσεις, ήτοι σε μία κατανομή ευθυνών, εργασιών, προσφορών

και απολαβών μέσα σ’ ένα μακρόχρονο και δεσμευτικό πρόγραμμα εθνικής

επιβίωσης. Όσο περισσότερο η συζήτηση μετατοπίζεται προς την κατεύθυνση

τέτοιων αποφάσεων, τόσο γρηγορότερα η μέθη ξεθυμαίνει για να επικρατήσει και

πάλι η ατομική ή «κλαδική» λογική του παρασιτικού καταναλωτισμού. Ως

συνδετικός ιστός και ως κοινός παρονομαστής απομένει έτσι μία γαλανόλευκος

πομφόλυξ.

Το γεγονός, το οποίο περιπλέκει αφάνταστα τη σημερινή ελληνική κατάσταση,

κάνοντάς τη να φαίνεται κατ’ αρχήν αδιέξοδη , είναι ότι η υπέρβαση του

παρασιτικού καταναλωτισμού ειδικότερα και του κοινωνικού και ιστορικού

παρασιτισμού γενικότερα, η εκλογίκευση της οικονομίας και της εθνικής

προσπάθειας στο σύνολο της, δεν προσκρούουν απλώς στα οργανωμένα συμφέροντα

μιας μειοψηφίας, η οποία στο κάτω-κάτω θα μπορούσε να παραμερισθεί με

οποιαδήποτε μέσα και προ παντός με τη συμπαράσταση της μεγάλης πλειοψηφίας.

Τα πράγματα είναι ακριβώς αντίστροφα. Η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού

λαού όλων των κοινωνικών στρωμάτων έχει εν τω μεταξύ συνυφάνει, κατά

τρόπους κλασσικά απλούς ή απείρως ευρηματικούς, την ύπαρξη και τις

απασχολήσεις της με τη νοοτροπία και με την πρακτική του παρασιτικού

καταναλωτισμού και του κοινωνικού παρασιτισμού. Για να ακριβολογήσουμε,

βέβαια, πρέπει να προσθέσουμε ότι σε σχέση με τη σύγχρονη Ελλάδα η έννοια του

παρασιτισμού μόνον οξύμωρα μπορεί να χρησιμοποιηθεί: γιατί εδώ δεν πρόκειται

για έναν λίγο-πολύ υγιή εθνικό κορμό, ο οποίος έχει αρκετές περισσές ικμάδες ώστε

να τρέφει και μερικά παράσιτα ποσοτικώς αμελητέα, παρά για ένα πλαδαρό σώμα

πού παρασιτεί ως σύνολο εις βάρος ολόκληρου του εαυτού του, ήτοι τρώει τις

σάρκες του και συχνότατα και τα περιττώματα του. Οι κοινωνικές και ατομικές

συμπεριφορές, πού ευδοκιμούν μοιραία σε τέτοιο μικροβιολογικό περιβάλλον,

συμφυρόμενες με ζωτικότατα κατάλοιπα αιώνων ραγιαδισμού, βαλκανικού

πατριαρχισμού και πελατειακού κοινοβουλευτισμού, αποτελούν την άκρα

αντίθεση και τον κύριο φραγμό προς κάθε σύλληψη και λύση των προβλημάτων της

εθνικής επιβίωσης πάνω σε βάση μακροπρόθεσμης και οργανωμένης συλλογικής

προσπάθειας. Η σημερινή ψυχοπνευματική εξαθλίωση του ελληνικού λαού

στο σύνολο του δεν νοείται ωστόσο εδώ με τη στενή σημασία των διαφόρων

ηθικολόγων, παρά πρωταρχικά ως μέγεθος πολιτικό: έγκειται στην επίμονη και

ιδιοτελή παραγνώριση της αδήριτης σχέσης πού υφίσταται ανάμεσα σε απόδοση

και απόλαυση, και κατ’ επέκταση στην αδιαφορία απέναντι στην υπονόμευση

του εθνικού μέλλοντος εξ αιτίας απολαύσεων μη καλυπτομένων από αντίστοιχη

απόδοση.

Ως ελαφρυντικό πρέπει ίσως να θεωρήσει κανείς ότι οι πλείστοι Έλληνες δεν

γνωρίζουν καν τι σημαίνει «απόδοση» με τη σύγχρονη έννοια και συχνά πιστεύουν

ότι αποδίδουν μόνο και μόνο επειδή ιδροκοπούν, φωνασκούν και τρέχουν από

το πρωί ως το βράδυ. Όμως αυτό ελάχιστα μεταβάλλει το πρακτικό αποτέλεσμα.

Η δυσαρμονία απόλαυσης και απόδοσης ήταν ανεκτή όσο η απόλαυση ήταν

γλίσχρα και όσο η απόδοση δεν μετριόταν πάντα με τα μέτρα των προηγμένων

ανταγωνιστικών οικονομιών. Αλλά στις τελευταίες δεκαετίες μεταστράφηκαν

και οι δύο αυτοί όροι: τα οικονομικά σύνορα έπεσαν, τουλάχιστον σ’ ό,τι άφορα

το μέτρο της απόδοσης, εφ’ όσον δεν είναι δυνατό να αποτιμώνται με άλλο μέτρο

απόδοσης τα (συνεχώς αυξανόμενα) εισαγόμενα και με άλλο τα εξαγόμενα, κι

επομένως όποιος θέλει να εισαγάγει χωρίς να ξεπουληθεί πρέπει να εξαγάγει ίση

απόδοση. Oι αντιλήψεις για το τι σημαίνει απόλαυση προσανατολίσθηκαν,

πάλι, μαζικά στα πρότυπα των προηγμένων καταναλωτικών κοινωνιών, έτσι

ώστε η απόσταση απ’ αυτά να γίνεται από τους πλείστους αισθητή ως στέρηση.

Έτσι η διάσταση ανάμεσα σε απόλαυση και απόδοση έγινε εκρηκτική, με

αποτέλεσμα τον τελευταίο καιρό να ξαναγίνουν επίκαιρες ορισμένες στοιχειώδεις

οικονομικές αλήθειες πού η Ελλάδα νόμιζε ότι τις είχε ξεπεράσει με την απλή

μέθοδο του δανεισμού . Με δεδομένες όμως τις νοοτροπίες και τις συμπεριφορές

πού επισημάναμε παραπάνω, οι αλήθειες αυτές δεν επενέργησαν ως καταλύτης

παραγωγικών ενεργειών, παρά μάλλον ως καταλύτης αντεγκλήσεων, η στειρότητα

των οποίων επέτεινε τη συλλογική αμηχανία και αβουλία. Πράγματι, για όποιον

δεν είναι εξ επαγγέλματος και ιδιοτελώς υποχρεωμένος (λ.χ. ως πολιτικός) να

τρέφει και να διαδίδει ψευδαισθήσεις, είναι προφανές ότι η χώρα βυθίζεται στον

κοινωνικό λήθαργο και στη συλλογική απραξία, ήτοι η κοινωνική πράξη έχει

υποκατασταθεί από αντανακλαστικές κινήσεις: το νευρόσπαστο κινείται κι αυτό,

όμως δεν πράττει .

Η αίσθηση της αποσύνθεσης είναι γενική και δεσπόζει σε όλες τις συζητήσεις, ενώ

η εξ ίσου διάχυτη δυσφορία εκτονώνεται όλο και ευκολότερα, όλο και συχνότερα σε

προκλητική επιθετικότητα και σε επιδεικτική χυδαιότητα.

Η σημερινή κατάσταση του «πολιτικού κόσμου» δεν απέχει ουσιαστικά από

τη γενική κατάσταση του περιούσιου λαού και αποτελεί επίσης ισχυρότατο

εμπόδιο για την εκλογίκευση της εθνικής πολιτικής. Αν ο «πολιτικός κόσμος»

κάποτε εμφανίζεται χειρότερος από τον «λαό», ενώ είναι απλώς ίδιος, ο λόγος

είναι ότι ο «λαός» ή όσοι μιλούν εκάστοτε στο όνομά του έχουν ένα τακτικό

πλεονέκτημα απέναντι στον «πολιτικό κόσμο»: Mπορούν να τον αποκαλούν ανίκανο

η διεφθαρμένο χωρίς να φοβούνται δυσάρεστες συνέπειες — απεναντίας μάλιστα,

αποκτούν πολύτιμους και εξαργυρώσιμους τίτλους δημοσίων κηνσόρων. Αλίμονο

όμως σ’ έναν κοινοβουλευτικό πολιτικό, αν τολμήσει να αποκαλέσει τον δήμο

ηλίθιο ή ιδιοτελή κι αδιάφορο για το εθνικό μέλλον! H σταδιοδρομία του σε

μεγάλο βαθμό εξαρτάται από την ικανότητά του να εγκωμιάζει τις μεγάλες

ψυχικές αρετές και την ευθυκρισία ή τουλάχιστον το αλάνθαστο ένστικτο «του

λαού μας».

Ωστόσο δεν έχουμε ενδείξεις για να υποθέσουμε ότι πολλοί Έλληνες πολιτικοί

στις ημέρες μας αντιμετωπίζουν το δίλημμα της επιλογής μεταξύ παρρησίας και

σταδιοδρομίας. Είναι οι ίδιοι, στη μέγιστη πλειοψηφία τους, τόσο ζυμωμένοι με

τις διάφορες (όχι αναγκαία τις ίδιες πάντοτε) εκφάνσεις εκείνου πού συνιστά τη

σημερινή ψυχοπνευματική εξαθλίωση του ελληνικού λαού, ώστε δεν χρειάζεται

καν να κρύψουν μία περιφρόνηση, την οποία δεν έχουν αρκετό επίπεδο για να

αισθανθούν μάλλον θαυμάζοντας τον λαό θαυμάζουν τον εαυτό τους ως ηγέτη του

και μάλλον δείχνοντας κατανόηση προς τους άλλους επαιτούν επιείκεια γι’ αυτούς

τους ίδιους.

Μεταξύ τους έχει άλλωστε εμπεδωθεί, αν όχι η ξεκάθαρη συνείδηση, πάντως

η πρακτική του ότι αποτελούν κι αυτοί, όπως και όλες οι άλλες κοινωνικές

ομάδες, κλάδο με ειδικά συμφέροντα, με μόνη τη διαφορά ότι ο κλάδος

αυτός εξυπηρετεί τα ειδικά του συμφέροντα διαχειριζόμενος ή εκποιώντας

τα γενικά συμφέροντα προς όφελος πολυπληθέστατων τρίτων . Η ακραία και

oλεθριότερη περίπτωση αυτής της πρακτικής ήταν η ένταξη της χώρας στον δρόμο

του παρασιτικού καταναλωτισμού και η εκσυγχρονισμένη εμπέδωση του κοινωνικού

παρασιτισμού με αντάλλαγμα την εύνοια «του λαού», ήτοι τη νομή της εξουσίας.

Ένας τέτοιος «πολιτικός κόσμος» δεν θα είναι ποτέ ικανός ως σύνολο να θέσει και

να λύσει το πρόβλημα της εθνικής πολιτικής και της εθνικής επιβίωσης παρά μόνον

ευκαιριακά και φραστικά. Είναι ο ίδιος όχι μόνο προαγωγός, αλλά και προϊόν

του κοινωνικού παρασιτισμού , ανήμπορος ως εκ της φύσεώς του να αντιταχθεί

στον «λαό», όταν ο «λαός» απαιτεί την εκποίηση του έθνους για να καταναλώσει

περισσότερα και να εργασθεί λιγότερο. Πέρα απ’ αυτό, είναι ανίκανος να κάνει κάτι

τι διαφορετικό απ’ ό,τι κάνει λόγω του επιπέδου και του ποιού του. Ότι ο σημερινός

ελληνικός «πολιτικός κόσμος», κοινοβουλευτικός και εξωκοινοβουλευτικός,

αποτελείται ως επί το πολύ από πρόσωπα ελαφρά έως φαιδρά, δεν αποτελεί

καν κοινό μυστικό! Aποτελεί πηγή δημόσιας θυμηδίας, συχνά με τη σύμπραξη των

ίδιων των διακωμωδούμενων. Οι λίγοι, πού έχουν γνώση και συνείδηση, που κάτι

είχαν και κάτι διατηρούν μέσα στους ρηχούς, καριερίστες ή απλώς ψευτόμαγκες

συναδέλφους τους, καταπίνουν κι αυτοί τη γλώσσα τους ή μιλούν με πρόσθετες

περιστροφές όταν τα θέματα γίνονται οριακά για την πολιτική τους επιβίωση.

Η κομματικοποίηση των μεγάλων θεμάτων της εθνικής πολιτικής και η άγρια

εσωτερική τους εκμετάλλευση είναι πασίγνωστη ήδη από το γεγονός ότι οι

πάντες την επιρρίπτουν στους πάντες — διαιωνίζοντας την. Στο σημείο αυτό

γίνεται εμφανέστατη η εθνική ανεπάρκεια τού ελληνικού «πολιτικού κόσμου» και

συνάμα ο οργανικός του συγχρωτισμός με τη σημερινή κατάσταση της ελληνικής

κοινωνίας, ο οποίος τον καθιστά ανίκανο να της αντιπαραταχθεί για να την

καθοδηγήσει. Ο κατακερματισμός των αντιλήψεων για την ελληνική εθνική πολιτική,

ο μικροπολιτικός της χειρισμός και η σύνδεση της με ζητήματα προσωπικού γοήτρου

αντανακλούν τον κατακερματισμό του κοινωνικού σώματος, τον αποπροσανατολισμό

του συνόλου λόγω του ιδιοτελούς και παρασιτικού προσανατολισμού των ατόμων

και των ομάδων. Σ’ αυτό το πλαίσιο θα ήταν βέβαια μάταιο ν’ αναμένει κανείς

από τους συγκαιρινούς Έλληνες διανοουμένους να δώσουν εκείνοι ό,τι αδυνατεί

να δώσει ο κατά τεκμήριο αρμοδιότερος «πολιτικός κόσμος». Όχι μόνον επειδή οι

ίδιοι είναι κατακερματισμένοι σε ομάδες επίσης κατακερματισμένες σε εν πολλοίς

αυτιστικά άτομα, όχι μόνον επειδή η γενική τους μόρφωση θυμίζει ως προς το

ποιόν και τη συγκρότησή της τον αεριτζίδικο και αυτοσχεδιαστικό χαρακτήρα

της ελληνικής οικονομικής δραστηριότητας, όχι μόνον επειδή για τις παγκόσμιες

πολιτικοοικονομικές εξελίξεις γνωρίζουν συνήθως ακόμα λιγότερα και από τα

όσα επιφανειακά και ασυνάρτητα γράφονται στις ελληνικές εφημερίδες, αλλά

και για έναν πρόσθετο λόγο: επειδή αντιλαμβάνονται την πολιτική με βάση

φιλολογικές ή ηθικολογικές κατηγορίες και επιχειρούν πολιτικές αποφάνσεις στο

επίπεδο των αντίστοιχων νερουλών γενικεύσεων.

Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς ότι, από ψυχολογική άποψη, η ευρωπαϊκή

πανάκεια αποτελεί μιαν ακόμη μεταμφίεση του όψιμου επιχώριου

ευδαιμονισμού, ο οποίος ονειρεύεται ανεξάντλητες πηγές επιδοτήσεων και

συνάμα την έμμεση τουλάχιστον διασφάλιση των συνόρων από ξένα όπλα, έτσι ώστε

να κατοχυρωθεί από όλες τις πλευρές και να «την αράξει». Ωστόσο ακόμα και μία

γνώση των διεθνών πραγμάτων τόσο ατελής, όσο αυτή πού συναντάται κατά κανόνα

στην Ελλάδα, θα αρκούσε για να θεωρηθεί πρακτικά έωλη μία ουσιώδης προϋπόθεση

της ευρωπαϊκής προοπτικής, δηλ. η πεποίθηση ότι η «Ευρώπη» θα αποτελέσει

κάποτε, αν όχι μία πραγματική πολιτική ενότητα, πάντως ένα σύνολο κρατών

ικανό να δρα σε κάθε περίπτωση ενιαία και αποφασιστικά ? τόσο η ένταση των

πλανητικών ανταγωνισμών όσο και η όξυνση του προβλήματος της Ινδοευρωπαϊκής

ηγεμονίας, ιδιαίτερα μετά τη γερμανική επανένωση, μάλλον τις κεντρόφυγες

παρά τις κεντρομόλες δυνάμεις θα ενισχύσει στην ευρωπαϊκή ήπειρο, κι ας μη

μιλήσουμε καθόλου για την επικείμενη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ή για

τις μελλοντικές εξελίξεις στην ανατολική Ευρώπη. Οι τριγμοί πού ακούγονται στα

θεμέλια του ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος, καθώς στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές

χώρες το κύρος των κατεστημένων κομμάτων καταπίπτει, ενώ νέα ανέρχονται! Η

διαγραφόμενη για το άμεσο μέλλον οικονομική στασιμότητα και η συνεπόμενη

στενότητα των πόρων, οι οικολογικές και πληθυσμιακές αναταραχές: όλα αυτά,

μαζί και με άλλα, θα ρίξουν το κάθε έθνος πίσω στις δικές του δυνάμεις, καθώς

είναι ευκολότερο να συμμετέχουν όλοι στην κοινή ευημερία παρά ο ένας να

βαστάζει τα βάρη του άλλου . Στην περίπτωση αυτή, στους κόλπους της «Ευρώπης»

μάλλον θα είχαμε έναν συνασπισμό των ισχυρών με σκοπό ν’ απαλλαγούν από

τους αδύνατους ή ανίκανους παρά την αδελφική διανομή προς ανακούφιση όσων

ολιγώρησαν ή υστέρησαν.

Ώστε η «ευρωπαϊκή ένταξη» διόλου δεν θα λύσει τα μεγάλα προβλήματα της

ελληνικής εθνικής πολιτικής κατά τον ευθύγραμμο τρόπο πού φαντάζονται

πολλοί Έλληνες «ευρωπαϊστές», ποζάροντας από τώρα ως ξεσκολισμένοι και

υπερώριμοι «Ευρωπαίοι». Όμως επίσης δεν θα τα έλυνε μία ελληνοκεντρική

αναδίπλωση , η οποία ναι μεν είναι χρήσιμη για να θυμάται κανείς που και που ότι

σε τελευταία ανάλυση πρέπει να σταθεί στα δικά του τα πόδια, εφ’ όσον ούτε από το

πετσί του μπορεί να βγει, ωστόσο καθίσταται επιζήμια όταν ως πρόταση συνάπτεται

με διάφορες ανιστόρητες ανοησίες πού αντιπαραθέτουν στην «πνευματική» Ανατολή

την «υλόφρονα» Δύση κ.τλ. Τέτοιες αντιλήψεις μπορούν να χρησιμεύσουν μονάχα

ως ιδεολογικές υπεραναπληρώσεις λαών συχνά ταπεινωμένων και με ελάχιστη

συνεισφορά στον σύγχρονο πολιτισμό, δεν προσφέρονται όμως ως πυξίδα μιας

εθνικής πολιτικής πάνω στον σημερινό πλανήτη. Γιατί, θέτοντας στο επίκεντρο

ηθικά ή μεταφυσικά μεγέθη, φενακίζουν τα πνεύματα, καθώς επικαλύπτουν κάτω

από διανοουμενίστικες αοριστολογίες την καθοριστική σημασία της μεθόδου

του οικονομείν για μία σύγχρονη κοινωνία και τους υπαρξιακούς κινδύνους μιας

ουσιώδους ολιγωρίας στο σημείο αυτό. Εδώ πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η συνήθης

αντιπαράθεση των εκσυγχρονιστικών τάσεων προς την καλλιέργεια της εθνικής

παράδοσης είναι απλουστευτική και παραπλανητική.

Μονάχα η ευόδωση της εκσυγχρονιστικής προσπάθειας επιτρέπει την επιτυχή

άμιλλα με άλλα έθνη και έτσι χαρίζει την αυτοπεποίθηση εκείνη, η οποία επιτρέπει

την απροβλημάτιστη αναστροφή με την εθνική παράδοση και καθιστά ψυχολογικά

περιττό τον πιθηκισμό. Αντίθετα, η ανικανότητα ενός έθνους να συναγωνισθεί τα

άλλα σε ό,τι σήμερα — καλώς η κακώς — θεωρείται κεντρικό πεδίο της κοινωνικής

δραστηριότητας θέτει σε κίνηση έναν διπλό υπεραναπληρωτικό μηχανισμό: τον

πιθηκισμό ως προσπάθεια να υποκαταστήσεις με επιφάσεις ό,τι δεν κατέχεις ως

ουσία και την παραδοσιολατρία ως αντιστάθμισμα του πιθηκισμού. Απ’ αυτή την

άποψη, ο πτωχοπροδρομικός ελληνοκεντρισμός και ο κοσμοπολίτικος πιθηκισμός

αποτελούν μεγέθη συμμετρικά και συναφή, όσο κι αν φαινομενικά εκπροσωπούν

δύο κόσμους εχθρικούς μεταξύ τους. Μονάχα ο εκσυγχρονισμός στη βάση μιας

μακρόπνοης εθνικής πολιτικής και εθνικής ανανέωσης θα δημιουργήσει συνθήκες

ψυχικής υγείας, έτσι ώστε και η αναγκαιότητα του εκσυγχρονισμού (στη μορφή

της τεχνικής-οικονομικής ορθολογικότητας) να καταφάσκεται και η στενότητα

της παράδοσης να γίνεται αισθητή, και οι επικίνδυνες αντινομίες του σύγχρονου

κόσμου να διαπιστώνονται ψύχραιμα και η εθνική παράδοση να βιώνεται δίχως

συμπλέγματα κατωτερότητας ή ανωτερότητας.

Και η τελευταία τάση, για την οποία θα μιλήσουμε ακροθιγώς σε σχέση με την

ελληνική εθνική πολιτική, δεν διαθέτει κάποιον αξιόλογο και μαζικό πολιτικό φορέα,

αλλά είναι μάλλον διάχυτη, όπως και η προηγούμενη. Απλώνεται σε διάφορους

βαθμούς ασάφειας κυρίως μέσα στον χώρο της ευρύτερης αριστεράς , μολονότι

κάποτε συνοδοιπορεί με την πολιτική της ευρωπαϊκής ένταξης, αν και εφ’ όσον

απ’ αυτήν αναμένεται η άμβλυνση των εθνικισμών και η προαγωγή της ειρήνης

ή της συναδέλφωσης μεταξύ των λαών μέσω της απάλειψης των συνόρων, της

καθολικής εφαρμογής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κτλ. κτλ. Τέτοιοι, κατά

βάθος απολιτικοί, ευσεβείς πόθοι αποτελούν κατ’ ουσία την αριστερή εκδοχή

ή παραλλαγή του μαζικοδημοκρατικού ευδαιμονισμού, ο οποίος ονειρεύεται

μία κατάσταση, όπου συλλογικές προσπάθειες και συλλογικές θυσίες θα είναι

περιττές , και την απροθυμία του γι’ αυτές την ντύνει με ψευτοηθικές

δεοντολογίες.

Μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού κινήματος, οι παρεμφερείς αντιλήψεις

εκπληρώνουν μία πρόσθετη ψυχολογική λειτουργία.

Πολλοί, των οποίων οι ελπίδες, οι διαγνώσεις και οι προγνώσεις διαψεύσθηκαν

παταγωδώς και οι οποίοι τώρα δεν έχουν αρκετή αξιοπρέπεια για να σωπάσουν

και να αναρωτηθούν μήπως είναι ανίκανοι να καταλάβουν τι γίνεται στον

κόσμο, παρά αντίθετα συνεχίζουν απτόητοι τη φιλόδοξη πολιτική ή συγγραφική τους

σταδιοδρομία επικαλούμενοι την ακατάλυτη πίστη τους στο «μέλλον του άνθρωπου»

και στην «πρόοδο» — πολλοί τέτοιοι, λοιπόν, ζητούν σήμερα υποκατάστατα

των παλαιών ορθόδοξων σοσιαλιστικών ουτοπιών σε θολούς ειρηνισμούς και

σε οικουμενιστικές ηθικολογίες . Νομίζουν ότι με τον τονισμό του μεγάλου

κοινού ανθρωπιστικού παρονομαστή και με την υπόμνηση του πάντα αδιάπτωτου

ανθρωπιστικού τους φρονήματος θα ρίξουν μία γέφυρα ανάμεσα στις χθεσινές

και στις σημερινές τους τοποθετήσεις, σβήνοντας έτσι από τη μνήμη των άλλων

τις πολιτικές τους γκάφες και διασκεδάζοντας τις εύλογες αμφιβολίες, ως

προς τις πνευματικές τους ικανότητες σ’ ό,τι αφορά στη σύλληψη πολιτικών

καταστάσεων. Ο κόπος τους φαίνεται ωστόσο να πηγαίνει χαμένος. Γιατί και τα

καινούργια τους θεολογούμενα απέχουν, το ίδιο όπως και τα παλιά, παρασάγγες από

τις κινητήριες δυνάμεις της σύγχρονης πλανητικής ιστορίας και από τον χαρακτήρα

της πολιτικής. Είναι πολιτικά νήπιος όποιος αναφέρεται στις δήθεν γενικές σύγχρονες

τάσεις για υπέρβαση του εθνικού κράτους και για τη βαθμιαία πτώση των συνόρων,

αποσιωπώντας ότι είναι δύο πολύ διαφορετικά πράγματα να περνούν τα σύνορα σου

στρατιές τουριστών και να τα περνούν τα στρατεύματα ενός γειτονικού κράτους.

Και εξ ίσου πολιτικά νήπιοι είναι όσοι φαντάζονται ότι τα «ανθρώπινα δικαιώματα»

μπορούν ν’ αποτελέσουν αμετακίνητο κριτήριο για την άσκηση εθνικής πολιτικής,

παραγνωρίζοντας τη συγκεκριμένη επήρεια και χρήση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων

σε κάθε πολιτική συγκυρία.

Ας επαναλάβουμε, κλείνοντας, ότι σκοπός των σύντομων αυτών παρατηρήσεων δεν

ήταν, ούτε μπορούσε να είναι, η διατύπωση συγκεκριμένων προτάσεων πάνω στα

συγκεκριμένα προβλήματα πού αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική εξωτερική

πολιτική. Θελήσαμε να τονίσουμε την απλή και στοιχειώδη αλήθεια, ότι μία

τελεσφόρα και μακρόπνοη εθνική πολιτική μπορεί ν’ απορρεύσει μονάχα από

μιαν ακμαία εθνική οντότητα ως conditio sine qua non. Το τι θα κάμει στα επί

μέρους όποιος διαθέτει την απαραίτητη τούτη προϋπόθεση εξαρτάται από τον

εκάστοτε διεθνή συσχετισμό δυνάμεων, από τις εκάστοτε ανάγκες και επιδιώξεις του.

Για να περπατήσει κανείς πρέπει πρώτα-πρώτα να έχει πόδια ? το που, πώς και

πότε θα πάει, δεν το ξέρει πάντοτε εκ των προτέρων και δεν το καθορίζει πάντοτε ο

ίδιος. Συχνότατα η σημερινή ελληνική εθνική πολιτική θυμίζει κάποιον ο οποίος

δεν ανησυχεί γιατί δεν έχει πόδια, πιστεύοντας ότι στην κρίσιμη στιγμή θα του

φυτρώσουν φτερά. Η στάση αυτή δεν προμηνύει τίποτε καλό. Πράγματι, μία

νηφάλια εκτίμηση μάλλον θα κατέληγε στο πόρισμα ότι είναι άκρως αμφίβολο αν η

Ελλάδα θα μπει στον επίπονο και τραχύ δρόμο της εσωτερικής ανόρθωσης, πού

μόνος θα της έδινε τις προϋποθέσεις για την άσκηση εθνικής πολιτικής ικανής ν’

αντεπεξέλθει στις εξαιρετικά δυσχερείς συνθήκες της σημερινής πλανητικής

συγκυρίας. Μάλλον θα συνεχίσει να αιωρείται αμήχανα μεταξύ ευρωπαϊκών

ελπίδων και υπεραναπληρωτικού νευρωτικού εθνικισμού, ανήκοντας στην

Ευρώπη με τον πιθηκισμό της και στα Βαλκάνια με ό,τι γνησιότερο έχει: τη

μιζέρια και τον επαρχιωτισμό της.

Αυτό επιβάλλεται να πει όποιος επιχειρεί σήμερα μία διάγνωση πέρα από επιθυμίες

και φόβους, συμπάθειες και αντιπάθειες. Ούτε αγνοώ ούτε λησμονώ τις άκρως

τιμητικές ατομικές εξαιρέσεις έναντι των κανόνων πού διέπουν τη λειτουργία

της σημερινής ελληνικής κοινωνίας. Όμως οι εξαιρέσεις δεν μπορούν ν’

αποτελέσουν το αντικείμενο μιας σύντομης κοινωνιολογικής και πολιτικής ανάλυσης,

όταν οι κανόνες είναι τόσο εξόφθαλμοι και τόσο επαχθείς. Πολλοί ίσως βρουν

υπερβολικά καυστικές διάφορες εκφράσεις απ’ όσες χρησιμοποιήθηκαν στην

παραπάνω περιγραφή. Θα είναι ασφαλώς εκείνοι πού ακόμα δεν κατάλαβαν ότι στην


Ελλάδα δεν υπάρχουν πια περιθώρια για μισόλογα και διακριτικούς υπαινιγμούς. 




* (γραμμένο το 1992!) 
 ** Προσφορά στους 'τρελούς πίθηκους' που χόρευαν στη ζούγκλα, όταν οι μπουλτόζες του καπιταλισμού γκρέμιζαν  συθέμελα το μέλλον του  κόσμου και τώρα θέλουν να μας σώσουν από τον εαυτό τους.  Εμείς όμως οι 'άλλοι', οφείλουμε να σώσουμε τον εαυτό μας από τους 'σωτήρεες' μας. Κι' υπάρχει μόνο μια επιλογή, η ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ.