Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αμερικανισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αμερικανισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2016

Διατλαντικές Συμφωνίες. Δούρειοι ίπποι του Αμερικανισμού



Διατλαντικές Συμφωνίες. Δούρειοι ίπποι του Αμερικανισμού

Γράφει ο Κώστας Λάμπος

«Όταν το κεφάλαιο έχει το ανάλογο κέρδος, γίνεται τολμηρό. Με 10% κέρδος
αισθάνεται τον εαυτό του σίγουρο και μπορεί να το χρησιμοποιήσει κανείς παντού,
με 20% γίνεται ζωηρό, με 50% γίνεται θετικά παράτολμο, με 100% τσαλαπατάει
όλους τους ανθρώπινους νόμους, με 300% δεν υπάρχει έγκλημα που να μη 
ριψοκινδυνεύσει να το διαπράξει, ακόμα και με κίνδυνο να πάει στην κρεμάλα».
Καρλ Μαρξ

Όπως στη θάλασσα το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό για να επιβιώσει και να μεγαλώσει, έτσι και στις κοινωνίες της ατομικής ιδιοκτησίας η μεγάλη ιδιοκτησία τρώει τη μικρή για να κυριαρχήσει πάνω στον άνθρωπο και στην κοινωνία. Υπάρχει βέβαια μια διαφορά. Το μεν μεγάλο ψάρι τρώει μέχρι να χορτάσει και επανέρχεται όταν ξαναπεινάσει, πράγμα που αφήνει χρόνο για την αναπαραγωγή της τροφής του γεννώντας ταυτόχρονα εκατομμύρια αυγά, μέρος των οποίων θα καταφέρουν να γίνουν ψάρια, ενώ η ατομική ιδιοκτησία είναι αχόρταγη και βουλιμική και δεν σταματάει να τρώει μέχρι να σκάσει ή να μην βρίσκει πλέον άλλη ιδιοκτησία να φάει, οπότε πεθαίνει η ίδια από την πείνα, όπως συμβαίνει με τεράστιους οικονομικούς κολοσσούς που χρεοκοπούν γιατί δεν κατάφεραν, όπως οι ανταγωνιστές τους, να προσαρμοστούν στις καινούργιες συνθήκες του ανταγωνισμού. Το κακό βέβαια είναι ότι η ατομική ιδιοκτησία μαζί με τις ιδιοκτησίες που τρώει καταστρέφει και τα υποκείμενά τους, ανθρώπους και κοινωνίες, μαζί με το οικονομικό, κοινωνικό, πολιτιστικό και φυσικό  περιβάλλον τους. Με αυτή την έννοια η ατομική ιδιοκτησία είναι από τη φύση της κανιβαλική, βαμπιρική και μήτρα καταστροφής και βαρβαρότητας.
Η ακραία άνιση κατανομή των ιδιοκτησιών που προκαλεί άνιση κατανομή των εισοδημάτων, στερεί τα πλατιά κοινωνικά στρώματα από το αναγκαίο για την επιβίωση εισόδημα, γεγονός που εκφράζεται ως όλο και ογκούμενη μείωση της αγοραστικής ικανότητάς τους, πράγμα που καταλήγει σε οικονομική ύφεση και σε μείωση των επενδύσεων, ακόμα και στην αποβιομηχάνιση ολόκληρων περιοχών του πλανήτη. Μπροστά σ’ αυτήν την υφεσιακή κατάσταση το μονοπωλιακό κεφάλαιο, ανακάλυψε ότι μέσω δανεισμού κρατών και κυβερνήσεων μπορεί, μέσω μνημονίων[1] να φτάσει γρηγορότερα σε υπέρογκα κέρδη, σε απαλλοτρίωση κρατικών ακινήτων, ακόμα και σε προτεκτορατοποίηση ολόκληρων χωρών. Με όργανα τις παγκόσμιας δράσης επιχειρήσεις, όπως οι μεγάλες τράπεζες, τα αρπακτικά δίκτυα real estate, τα κερδοσκοπικά hedge funds και venture capital, το μονοπωλιακό κεφάλαιο στράφηκε στην αγορά γης και ακινήτων[2] και δημιουργώντας πλασματικές αξίες κερδοσκόπησε εκτοπίζοντας σοβαρούς ανταγωνιστές από την παγκόσμια αγορά, μέχρι που όλα αυτά αποδείχτηκαν ‘επενδυτικές φούσκες’ πλασματικού κεφαλαίου, που οξύνουν την απάνθρωπη και καταστροφική παρακμή του καπιταλισμού και της ατομικής ιδιοκτησίας, με κύρια θύματα τις δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού.
Οι επενδύσεις οικονομικών κολοσσών σε εύφορη[3] και πλούσια σε ορυκτό πλούτο γη, υπαγορεύονται και από υπολογισμούς υψηλής μελλοντικής κερδοφορίας, όσο οξύνεται το παγκόσμιο διατροφικό πρόβλημα και μεγαλώνει η ενεργειακή αγωνία χωρών που δεν διαθέτουν ενεργειακούς πόρους, γιατί με τον έλεγχο της διατροφής και της ενέργειας[4] ο σκληρός πυρήνας της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης θα προσπαθήσει να παρατείνει το τέλος του καπιταλισμού, παρατείνοντας έτσι την τραγωδία των ανίσχυρων και εξαρτημένων χωρών, καθώς και της εργαζόμενης ανθρωπότητας. Πρόκειται ουσιαστικά για τον ανταγωνισμό μεταξύ των μεγάλων κεφαλαιοκρατικών κέντρων Ανατολής και Δύσης για την παγκόσμια ηγεμονία.
Το μεγάλο ψάρι του δυτικού καπιταλισμού, ο μόνος ουσιαστικός νικητής του Δεύτερου παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού Πολέμου, οι ΕΠΑ, άρχισε να καταστρώνει το στρατηγικό του σχέδιο για την παγκόσμια ηγεμονία των ΕΠΑ, με το Δόγμα Μονρόε (1823). Το σχέδιο αυτό αναθεωρήθηκε πολλές φορές και εκφράστηκε ως New Deal στη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Επαναδιατυπώθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο στη Διάσκεψη του Bretton Woods, τον Ιούλιο του 1944, που προκάλεσαν οι ΕΠΑ, στην οποία τα εθνικά νομίσματα των σαράντα πέντε χωρών που συμμετείχαν ευθυγραμμίστηκαν με το αμερικανικό δολάριο, για τον νομισματικό έλεγχο των οποίων αποφασίστηκε η ίδρυση της λεγόμενης Παγκόσμιας Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου[5]. Ακολούθησε, για τον εμπορικό έλεγχο του κόσμου, η ίδρυση, το 1947, της GATT (General Agreement on Tariffs and Trade, Γενική Συμφωνία για τους δασμούς και το Εμπόριο) η οποία το 1994 μετεξελίχθηκε στον WTO (World Trade Organization, Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου), ο οποίος λειτουργεί ως στάβλος δημιουργίας δούρειων ίππων του αμερικανισμού, μέσω των οποίων επέβαλλε και συνεχίζει να επιβάλλει όρους άνισων ανταλλαγών και έναν αμερικανοκεντρικό διεθνή καταμερισμό της εργασίας, πράγμα που, για διαφορετικούς λόγους, προκαλεί την αντίδραση τόσο των επίδοξων ανταγωνιστών για την παγκόσμια ηγεμονία, όσο και των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού σε ολόκληρο τον πλανήτη. Το σχέδιο για την αμερικάνικη ηγεμονία στον πλανήτη ολοκληρώθηκε σ’ εκείνη την φάση με την ίδρυση του ΝΑΤΟ το 1949. Το ΝΑΤΟ (Νοrth Αtlantic Τreaty Οrganizatiοn) και κατ’ ευφημισμό , Βορειοατλαντική Συμμαχία, στην οποί η Ελλάδα προσχώρησε το 1952, και σήμερα αριθμεί 28 χώρες-μέλη, ήταν προφανώς μια στρατιωτική αμυντική συμμαχία των χωρών της Δύσης, ενάντια στη Σοβιετική Ένωση. Διακηρυγμένος σκοπός του ήταν η ανάπτυξη της συνεργασίας μεταξύ των χωρών-μελών σε διάφορους τομείς , όπως τον στρατιωτικό, τον πολιτικό, τον οικονομικό, τον κοινωνικό, τον μορφωτικό κ.λπ. κ.λπ. καθώς και, η προώθηση των γεωπολιτικών συμφερόντων και η αποτροπή της ένοπλης επίθεσης εναντίον κάποιας χώρας-μέλους από άλλες. Στην ουσία ο κύριος σκοπός του ΝΑΤΟ ήταν και παραμένει η προώθηση των γεωπολιτικών συμφερόντων των ΕΠΑ σε βάρος των ανταγωνιστών τους για την παγκόσμια ηγεμονία, αλλά ακόμα και σε βάρος των ίδιων των συμμάχων τους χωρών-μελών του ΝΑΤΟ, όταν αυτές προσπαθούν να βρουν τον εθνικό βηματισμό τους. Σε τελική ανάλυση όμως ο στρατηγικός σκοπός του ΝΑΤΟ είναι η υπεράσπιση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, πράγμα που αποκαλύπτεται με καταστολή ακόμα και αυτής της αστικής δημοκρατίας, όταν οι δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού διεκδικούν κοινωνική ισότητα και άμεση δημοκρατία, γι αυτό άλλωστε και δεν καταργείται παρά το γεγονός ότι η Σοβιετική Ένωση και η Κίνα προσχώρησαν ‘ειρηνικά’ στον καπιταλισμό.
Τη σύγχρονη διατύπωση του δόγματος του αμερικανισμού[6] μας την παρουσιάζει ο σύμβουλος ασφαλείας πολλών προέδρων των ΗΠΑ, Zbigniew Brzezinski με τα παρακάτω πολύ διαφωτιστικά λόγια: «Ο παγκόσμιος ρόλος της Αμερικής απορρέει από δυό νέες θεμελιώδεις πραγματικότητες της εποχής μας: την άνευ προηγουμένου παγκόσμια αμερικανική ισχύ και την εξίσου άνευ προηγουμένου παγκόσμια ικανότητα αλληλεπίδρασης μεταξύ των κρατών. Η πρώτη σηματοδοτεί μια μονοπολική στιγμή στην ιστορία των διεθνών υποθέσεων με την αμερικάνικη ηγεμονία. […] Η δεύτερη ισχυροποιεί την αντίληψη ότι μια οικουμενική (αν και όχι πάντα καλοπροαίρετη) διαδικασία ‘παγκοσμιοποίησης’ απογυμνώνει σιγά-σιγά τα έθνη-κράτη από την καθαγιασμένη κυριαρχία τους»[7] Και για να επιβληθεί η αμερικάνικη ηγεμονία στον κόσμο, συνεχίζει ο Μπρζεζίνσκι, «πρέπει η αμερικάνικη πολιτική να στηριχθεί στις τρεις μεγάλες επιταγές της αυτοκρατορικής γεωστρατηγικής που είναι :
·         α. να εμποδίσει τη συνεργασία των υποτελών και να διατηρήσει την κατάσταση εξάρτησής τους σε θέματα ασφαλείας,
·         β. να παραμείνουν οι φόρου υποτελείς υποχωρητικοί και προστατευόμενοι και
·         γ. να εμποδίσει τους βαρβάρους να ενωθούν μεταξύ τους»[8].

Στους κόλπους αυτού του αμαρτωλού, αιματοβαμμένου και καταστροφικού συμπλέγματος σκαρώνουν νέους θεσμούς, νέες αλυσίδες και νέα κάτεργα ‘συνεργασίας’, για την βελτίωση των παλιών μηχανισμών καταστολής των αντιδράσεων των ανθρώπων, των τοπικών κοινωνιών και της εργαζόμενης ανθρωπότητας συνολικά με σκοπό την βίαιη κατασκευή ενός μονοπολικού κόσμου[9]. Τέτοιοι θεσμοί, όπως λ. χ., η TPP[10] (Trans-Pacific Partnership, Συνεργασία μεταξύ χωρών του Ειρηνικού,), η TiSA, (Trade in Services Agreement, Συμφωνία για το εμπόριο και τις υπηρεσίες) που στοχεύει στην ιδιωτικοποίηση κρατικών επιχειρήσεων, δημόσιων και κρατικών υπηρεσιών), η CETA (Comprehensive Economic and Trade Agreement, Περιεκτική Συμφωνία για την Οικονομία και το Εμπόριο), μεταξύ Ε.Ε. και Καναδά) και η ΤΤΙΡ (Transatlantic Trade and Investment Partnership, Διατλαντική Εμπορική, Επενδυτική Συνεργασία), με την οποία ατομική ιδιοκτησία και καπιταλιστικές επιχειρήσεις αναδείχνονται σε οντότητες ισχυρότερες από τα κράτη και τις κοινωνίες, σε βαθμό που μπορούν να ενάγουν σε ειδικά ιδιωτικά και κοινωνικά ανεξέλεγκτα δικαστήρια[11] τις κυβερνήσεις των κρατών, κόμματα, περιβαλλοντικές οργανώσεις κ.λπ, για υποτιθέμενα διαφυγόντα κέρδη, όταν με την όποια κοινωνική τους πολιτική και δράση υποτίθεται ότι περιορίζουν την κερδοφορία τους.
Βασικές επιδιώξεις τους είναι η επίσπευση και η διεύρυνση των ιδιωτικοποιήσεων, η πλήρης απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων για την περεταίρω περιστολή των εργασιακών δικαιωμάτων και την περικοπή μισθών και συντάξεων, δηλαδή η πλήρης κινεζοποίηση της εργασίας[12] καθώς επίσης και η μονομερής επιβολή νομικών και δικαστικών κανόνων που θα διασφαλίζουν την υψηλή κερδοφορία των υπερεθνικών εταιριών σε βάρος των εργαζόμενων, των τοπικών κοινωνιών, των πολιτικών ελευθεριών, των όποιων δημοκρατικών θεσμών και του περιβάλλοντος[13].
Στην πραγματικότητα, με τις συμφωνίες αυτές οι ΗΠΑ αποβλέπουν στην πλήρη υποταγή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αρχικά, στα ηγεμονικά σχέδιά τους με την σταδιακή κατάργηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων των κρατών-μελών με την απορρύθμιση μιας σειράς κανονισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αφορούν την ασφάλεια των τροφίμων, την προστασία του περιβάλλοντος, την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζόμενων και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, την προστασία της δημόσιας υγείας και την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Είναι, αυτές οι συμφωνίες δούρειοι ίπποι εναντίον των λαών της ΕΕ και υπέρ των μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών. Η υποψήφια πρόεδρος των ΗΠΑ, Χίλαρι Κλίντον, αντιλαμβάνεται αυτές τις λεόντειες συμφωνίες ως το «οικονομικό ΝΑΤΟ». Έτσι, παράλληλα με το στρατιωτικό ΝΑΤΟ, θα αναπτυχθεί και ένας άλλος πανίσχυρος διεθνής οικονομικός οργανισμός που θα ξεπερνά τα έθνη και τους νόμους των και θα δρα ώστε οι πολυεθνικές εταιρείες να ρυθμίζουν, ανεξέλεγκτα και χωρίς παρεμβάσεις, υπεράνω των εθνικών κυβερνήσεων, τις εμπορικές τους συμφωνίες και την παγκόσμια οικονομία συνολικά.

Ήδη βρίσκονται σ’ αυτά τα λεγόμενα ISDS, (Investor-State Dispute Settlement, Εταιρικά Δικαστήρια Επίλυσης Διαφορών μεταξύ Επενδυτών και Κρατών), περισσότερες από επτακόσιες (700) τέτοιες υποθέσεις, που στρέφονται κατά 107 χωρών, με άμεση προοπτική να φτάσουν ακόμα και τις πενήντα χιλιάδες, κατά κυβερνήσεων με την κατηγορία ότι λ. χ. παίρνουν μέτρα υπέρ της δημόσιας υγείας, ή για την προστασία του περιβάλλοντος. Απώτερος στόχος είναι η επιβολή ενός κορπορατικού φασισμού, όπου τον έλεγχο των κοινωνιών θα τον αναλαμβάνουν οι μεγάλες εταιρείες. Γι αυτό δημιουργείται ένα παράλληλο ιδιωτικό δίκαιο υπέρτερο τόσο των εθνικών δικαίων, όσο και του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πράγμα που σημαίνει κατάργηση όχι μόνο της εθνικής ανεξαρτησίας των χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσο και αμφισβήτηση της κυριαρχίας αυτής της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πράγμα που δείχνει την γεωπολιτική υποβάθμιση ολόκληρης της ευρωπαϊκής ηπείρου, υπέρ της βορειαμερικάνικης ημιηπείρου και κατά της Ευρώπης, της Ρωσίας και γενικότερα της Ασίας.
Όλες αυτές οι εξελίξεις οδηγούν αναπόφευκτα στη μεγαλύτερη γεωπολιτική σύγκρουση της ανθρώπινης ιστορίας, καθώς η Ρωσία, η Ινδία και η Κίνα με το Σύμφωνο της Σαγκάης, με την Συνεργασία μεταξύ Βραζιλίας, Ρωσίας, Ινδίας, Κίνας και Νοτιοαφρικανικής Ένωσης (BRICS) οργανώνουν την άμυνά τους απέναντι στα ηγεμονικά σχέδια των ΕΠΑ. Μάλιστα η Κίνα έχει ήδη πρωταγωνιστήσει στη σύναψη του RCEP (Regional Comprehensive Economic Partnership, Σύμφωνου Συνολικής Περιφερειακής Οικονομικής Συνεργασίας), μεταξύ 16 ασιατικών χωρών, περιλαμβανομένης και της Ινδίας, που αναφέρεται στα 3,5 δισεκατομμύρια ανθρώπους.
Η έκταση και το βάθος της επιθετικότητας της μεγάλης ατομικής ιδιοκτησίας, δηλαδή του κεφαλαίου, γιατί κεφάλαιο χωρίς ατομική και κρατική ιδιοκτησία[14] δεν μπορεί να υπάρξει, κατά των κοινωνιών γίνεται ευκολότερα κατανοητή με δυό παραδείγματα. Το ένα είναι αυτό της καπνοβιομηχανίας Philip Morris που στρέφεται κατά της κυβέρνησης της Ουρουγουάης, διεκδικώντας αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη επειδή η κυβέρνησή της στην προσπάθειά της να προστατέψει τη δημόσια υγεία, θέσπισε νόμο κατά του καπνίσματος. Το άλλο αναφέρεται στην προσφυγή της TransCanada, στο ομοσπονδιακό δικαστήριο του Χιούστον των ΕΠΑ, εναντίον της κυβέρνησης των ΕΠΑ, με το αιτιολογικό ότι με την απόφασή της να απορρίψει την αίτηση της TransCanada να της επιτραπεί να συνδέσει με τον αγωγό της Keystone XL την Αλμπέρτα του νοτιοδυτικού Καναδά με τα διυλιστήρια που βρίσκονται στην περιοχή του Κόλπου του Μεξικού παραβιάζονται η Βορειοαμερικανική Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου (NAFTA) και το Σύνταγμα των ΕΠΑ, και την απαίτησή της να αποζημιωθεί με 15 δισεκατομμύρια δολάρια για διαφυγόντα κέρδη, αν και η εταιρία έχει επενδύσει μόνο 2,5 δισεκατομμύρια δολάρια.
Όλα αυτά, όμως, που πηγάζουν από την ατομική ιδιοκτησία πάνω στα μέσα παραγωγής και από τον έλεγχο της οικονομίας από μια κερδομανιακή μειοψηφία, καταγράφονται ως επικίνδυνη απομάκρυνση της οικονομίας από τις πραγματικές βιολογικές και πνευματικές-πολιτιστικές ανάγκες της κοινωνίας-ανθρωπότητας και αποδείχνουν ότι η εργαζόμενη ανθρωπότητα δεν έχει άλλη διέξοδο από την καπιταλιστική βαρβαρότητα πέρα από την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και συνεπώς την υπέρβαση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Όταν γνωρίζουμε ότι η τιμή λ. χ. ενός σύγχρονου βομβαρδιστικού αεροπλάνου, τύπου B-2 Spirit, ανέρχεται στο ιλιγγιώδες ποσό των 2,4 δις δολαρίων, ποσό που θα μπορούσε να σώσει εκατομμύρια παιδιά από τις μολυσματικές αρρώστιες, ότι η κατασκευή του καταστρέφει υλικά και πόρους που θα μπορούσαν να κάνουν εύφορη τη μισή Αφρική και ότι η χρησιμοποίησή του καταστρέφει χιλιάδες ανθρώπινες ζωές και πόρους τώρα, η απώλεια των οποίων θα οδηγήσει χιλιάδες ζωές στον πρόωρο θάνατο στο μέλλον, τότε δεν θα πρέπει να διερωτηθούμε για το τι θα μπορούσε να σημαίνει για την ανθρωπότητα το κόστος για ένα αεροπλανοφόρο, ακόμα και για τη χρησιμότητα και για το κόστος των εξοπλιστικών προγραμμάτων και των στρατών;
Ας σκεφτούμε, λοιπόν, ότι όλες αυτές οι δυνάμεις καταστροφής, οι σκοταδιστικές θρησκείες και τοξικές εθνικιστικές, φασιστικές και ιμπεριαλιστικές ιδεολογίες δημιουργούνται για την προστασία της μεγάλης ατομικής ιδιοκτησίας, γιατί αν δεν υπήρχε η ατομική ιδιοκτησία, η μισθωτή δουλεία, ο καπιταλισμός και ο ‘πολιτισμός του θανάτου’[15] και αν όλα ήταν κοινά, τίποτα από αυτά τα άχρηστα και επικίνδυνα για την εργαζόμενη ανθρωπότητα δεν θα υπήρχε.
Γι αυτό η κοινωνικοποίηση της γης και των μέσων παραγωγής και η αμεσοδημοκρατική διαχείρισή τους σε τοπικό, περιφερειακό, εθνικό και οικουμενικό επίπεδο, αποτελεί την αγνότερη και αποτελεσματικότερη υψηλού τοπικού, εθνικού και οικουμενικού πατριωτισμού κοινωνική παρέμβαση για τη διατήρηση των υλικών όρων ύπαρξης της ίδιας της κοινωνίας, γιατί με αυτόν τον τρόπο θα γλυτώσει όλον αυτόν τον κοινωνικό πλούτο από τα χέρια των καπιταλιστών σφετεριστών του που επιδιώκουν την ολοκληρωτική απαλλοτρίωσή του και την απόλυτη προλεταριοποίηση, δηλαδή την απόλυτη αποξένωση των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, από τον τόπο τους και από το διαχρονικό συλλογικό-υπαρξιακό βιός τους.
Γι αυτό είναι ζωτικής σημασίας η ματαίωση αυτών των σχεδίων του αμερικανισμού, αλλά αυτό το έργο δεν είναι των άλλων. Είναι πρωταρχικά έργο του καθενός μας ξεχωριστά και όλων μαζί των λαών της Ευρώπης, να ζωντανέψουν τις αγωνιστικές παραδόσεις τους και να ξαναμπούν στην πρωτοπορία των αγώνων της εργαζόμενης ανθρωπότητας για την κοινωνική ισότητα και την άμεση δημοκρατία. Βέβαια είναι αλήθεια ότι κάποιοι εκπρόσωποι του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, με πρωταγωνιστές το γερμανικό και το γαλλικό κεφάλαιο, διατυπώνουν, υπό την πίεση των λαών, κάποιες αντιρρήσεις για την υπογραφή αυτών των συμφωνιών, αλλά με γνώμονα τα δικά τους ταξικά συμφέροντα. Όμως οι Λαοί της Ευρώπης οφείλουν να ξεπεράσουν αυτή τη λογική της συναλλαγής και να ακολουθήσουν την διαχρονική στρατηγική τους για την κοινωνική ισότητα και την κοινωνική αυτοδιεύθυνση, για μια Ευρώπη των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης κι του Πολιτισμού, για έναν καλύτερο κόσμο χωρίς αφεντικά και παγκόσμιους ηγεμόνες.


[1] Χατζημιχάλης Κωστής, Κρίση χρέους και υφαρπαγή γης, Εκδόσεις ΚΨΜ, Αθήνα 2014.
[2] «Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, στο διάστημα 2007-2012 από το σύνολο των παγκόσμιων επενδύσεων κεφαλαίων λίγο πάνω από τις μισές κατευθύνονται στη γη και σε ακίνητα και κατά προτίμηση σε περιοχές όπως η Αφρική, η Λατινική Αμερική αλλά και η Ευρώπη, κυρίως στις πρώην χώρες του πρώην ‘υπαρκτού σοσιαλισμού’», Χατζημιχάλης Κωστής, Η υφαρπαγή γης και ακινήτων στην Ελλάδα των Μνημονίων, http://www.toxwni.gr/xoni-apopsi/apopseis/item/8377-i-ifarpagi-gis-kai-akiniton-stin-ellada-ton-mnimonion
[3] Πρόσφατη έκθεση του Worldwatch Institute διαπιστώνει ότι, «πολυεθνικές εταιρείες αγοράζουν μεγάλες εκτάσεις καλλιεργήσιμης γης σε διάφορες χώρες του πλανήτη, γεγονός που αυξάνει τη συγκέντρωση της αγροτικής γης σε λιγότερα χέρια».
[4] Βλέπε, Λάμπος Κώστας, Ποιος φοβάται το υδρογόνο; Η επανάσταση του υδρογόνου, η ελεύθερη ενέργεια και η απελευθέρωση της ανθρωπότητας από τα ορυκτά καύσιμα και την καπιταλιστική βαρβαρότητα, ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2012.
[5] «Θα πρέπει να θεωρήσουμε ως μέρος του αμερικανικού συστήματος τον παγκόσμιο ιστό εξειδικευμένων οργανισμών, ιδιαίτερα τους ‘διεθνείς’ οικονομικούς οργανισμούς. Μπορεί να ειπωθεί ότι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα αντιπροσωπεύουν ‘παγκόσμια’ συμφέροντα  και τα συστατικά μέρη τους μπορεί να ερμηνευθεί ότι εκπροσωπούν όλον τον κόσμο. Στην πραγματικότητα, όμως, σε αυτούς τους οργανισμούς κυριαρχεί σε πολύ μεγάλο βαθμό η Αμερική και η προέλευσή τους ανάγεται σε αμερικανική πρωτοβουλία, ιδιαίτερα στη συνδιάσκεψη του Μπρέττον Γούντς, το 1944», Brzezinski Zbigniew, Η μεγάλη Σκακιέρα, ΛΙΒΑΝΗΣ, Αθήνα 1998, σελ. 59.
[6] Για μια εκτενέστερη ανάλυση, βλέπε, Λάμπος Κώστας, Αμερικανισμός και παγκοσμιοποίηση. Οικονομία του Φόβου και της Παρακμής, ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ, Αθήνα 2009.
[7] Brzezinski Zbigniew, Η Επιλογή. Παγκόσμια κυριαρχία ή παγκόσμια ηγεσία, ΛΙΒΑΝΗΣ, Αθήνα 2005, σελ. 223.
[8]  Brzezinski Zbigniew, Η μεγάλη Σκακιέρα, ΛΙΒΑΝΗΣ, Αθήνα 1998, σελ. 78.
[9] «Η Αμερική στέκεται στο κέντρο ενός διαπλεκόμενου σύμπαντος, στο οποίο, στο οποίο η εξουσία ασκείται μέσα από συνεχείς διαπραγματεύσεις, διάλογο, διάχυση και αναζήτηση τυπικής συναίνεσης, ακόμα και αν αυτή η εξουσία απορρέει από μια μόνο πηγή, συγκεκριμένα την Ουάσιγκτον», ό. π., σελ. 59.
[10] «TPP σημαίνει πως η Αμερική θα γράψει τους κανόνες του παιχνιδιού στον 21ο αιώνα, αν δεν εγκρίνουμε αυτή τη συμφωνία, αν η Αμερική δεν γράψει αυτούς τους κανόνες, τότε χώρες όπως η Κίνα θα το κάνουν», δηλώνει απερίφραστα ο ‘Λευκός Οίκος’ και ο ‘πλανητάρχης’ Barak Hussein Obama
[11]«Δικαστήρια, στα οποία μόνο επιχειρήσεις και οι πλούσιοι ιδιώτες έχουν πρόσβαση, βάσει του ουσιαστικού δικαίου, το οποίο προστατεύει μόνο τα δικαιώματα ιδιοκτησίας τους και τις προσδοκίες κέρδους», λέει η συνεργάτιδα του NGO Corporate Europe Observatory, (ΜΚΟ Ευρωπαϊκού Εταιρικού Παρατηρίου), Eberhardt Pia, Investorenschutz. Die Perversion eines Systems. TTIP wird Klage-Welle gegen Staaten in Europa auslösen, (Προστασία επενδυτών. Η διαστροφή ενός συστήματος. Η Διατλαντική Εμπορική, Επενδυτική, Συνεργασία) προκαλεί κύμα αγωγών κατά κυβερνήσεων στην Ευρώπη), Συνέντευξη στο Περιοδικό: Deutsche Wirtschafts Nachrichten, 20.02.16.
[12] Λάμπος Κώστας, Κιναζισμός. Το ανώτατο στάδιο του πλιάτσικο-καπιταλισμού ή το πισωγύρισμα στο κατώτατο στάδιο του πολιτισμού; Πολίτες, τεύχος 21/Δεκέμβρης 2010.
[13] «Μελέτες έχουν δείξει πως θα υπάρχουν και νικητές και ηττημένοι από την ΤΤΙΡ, όπως συμβαίνει με κάθε εμπορική συμφωνία. Το πρόβλημα είναι πως οι νικητές θα είναι οι μεγάλες πολυεθνικές, που θα δουν τα κέρδη τους να αυξάνονται ως αποτέλεσμα της ΤΤΙΡ, και χαμένοι θα είναι ο απλός κόσμος της εργασίας, η κοινωνία και το περιβάλλον», Χίλαρι Τζον, ΤΤΙP. Το "διατλαντικό Μνημόνιο", συνέντευξη στην Αναστασία Γιάμαλη, ΑΥΓΗ, 22.06.2015
[14] Σ’ αυτό το σημείο είναι χρήσιμο να θυμηθούμε ότι η ατομική ιδιοκτησία δεν είναι τόσο μια εμπράγματη σχέση όσο είναι μια κοινωνική σχέση στα πλαίσια της οποίας κάποιοι λίγοι αποκλείουν, με την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, κάποιους άλλους, τους πολλούς, από την χρήση της κοινής κληρονομιάς και του κοινωνικά δημιουργημένου πλούτου, με αποτέλεσμα οι μεν λίγοι να πλουτίζουν, οι δε πολλοί να μεταβάλλονται σε πένοντα υποζύγια της εξουσίας των ατομικών ιδιοκτητών.
[15] «Το αμερικανικό όνειρο είναι σε μεγάλο βαθμό παγιδευμένο στο ένστικτο του θανάτου. […] Αναλωνόμαστε στην προστασία των ιδιοτελών συμφερόντων και έχουμε δημιουργήσει την πιο ισχυρή στρατιωτική μηχανή σε όλη την ιστορία για να πάρουμε αυτό που θέλουμε και πιστεύουμε ότι μας αξίζει. Θεωρούμε τους εαυτούς μας περιούσιο λαό και άρα προικισμένο με το δικαίωμα να νέμεται μεγαλύτερο μερίδιο από τα δώρα της Γης. Δυστυχώς, το ίδιον συμφέρον μας μεταμορφώνεται σταδιακά σε καθαρό εγωισμό. Έχουμε γίνει πολιτισμός του θανάτου», Rifkin Jeremy, Το ευρωπαϊκό όνειρο, ΛΙΒΑΝΗΣ, Αθήνα 2005, σελ. 602-603.

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Ερωτήματα εξ Ανατολών . Μια ανάλυση του Κώστα Σβόλη


Η απάνθρωπη και καταστροφική στρατηγική του αμερικανισμού, (βλέπε Λάμπος Κώστας, Αμερικανισμός και παγκοσμιοποίηση. Οικονομία του φόβου και της παρακμής, ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ 2009), για την παγκόσμια ηγεμονία βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη σε όλο τον πλανήτη με έξαρση στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, της Αφρικής και της Ανατολική Ευρώπης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχοντας προ πολλού χάσει την ευρωπαϊκότητά της σέρνεται από τον νεογερμανισμό πίσω από τον αμερικανισμό σαν ξεπεσμένος μισθοφόρος και η Ρωσία προσπαθεί απεγνωσμένα να περισώσει περασμένα και χρεοκοπημένα μεγαλεία σε μια μανιακο-καπιταλιστική περιχαράκωση.

Ως μήλο της Έριδας παραμένουν τα υπόλοιπα φθίνοντα κοιτάσματα των ορυκτών καυσίμων και ο έλεγχός του παγκόσμιου συγκεντρωτικού ενεργειακού συστήματος που βασίζεται στα ορυκτά καύσιμα, χωρίς τα οποία ο καπιταλισμός κινδυνεύει και η παγκόσμια ηγεμονία του αμερικανισμού καθίσταται αδύνατη. Η παραδοσιακή αριστερά και η φετιχοποιημένη εργατική τάξη έχουν μείνει στις ιδεολογικές φαντασιώσεις του 19ου και του 20ου αιώνα, έχουν ενσωματωθεί στο σύστημα και αδυνατούν να αρθρώσουν εναλλακτική αντικαπιταλιστική στρατηγική πρόταση και να δώσουν καινούργια προοπτική στην ανθρωπότητα, ενεργοποιώντας την αντίθεση μεταξύ των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων και των παρωχημένων καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων, διεκδικώντας τον κοινωνικό έλεγχο της επιστήμης και της τεχνολογίας που θα δώσει στην κοινωνία-ανθρωπότητα τη δυνατότητα να αλλάξει το ενεργειακό μοντέλο με βάση την υδρογονοενέργεια (βλέπε Λάμπος Κώστας, Ποιος φοβάται το υδρογόνο; Η επανάσταση του υδρογόνου, η ελεύθερη ενέργεια και η απελευθέρωση της ανθρωπότητας από τα ορυκτά καύσιμα και την καπιταλιστική βαρβαρότητα, ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2013), να εγκαθιδρύσει σχέσεις οικονομικής αυτοδιαχείρισης και κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης, ανοίγοντας το δρόμο για την άμεση δημοκρατία και την αταξική κοινωνία. Αυτή η αντικαπιταλιστική προοπτική δεν μπορεί να είναι έργο καμιάς πρωτοπορίας και κανενός κόμματος, αλλά υπόθεση των συνειδητών, ενεργών και ενωμένων δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, σε τοπικό, περιφερειακό, εθνικό και οικουμενικό επίπεδο, που έχουν ξεπεράσει το επίπεδο της στείρας πολιτικής των διεκδικήσεων και ανοίγουν ρωγμές στο σύστημα οικοδομώντας θεσμούς και δομές του καινούργιου μέσα στο παλιό, (βλέπε, Λάμπος Κώστας, Άμεση Δημοκρατία και Αταξική Κοινωνία. Η μεγάλη πορεία της ανθρωπότητας προς την κοινωνική ισότητα και τον Ουμανισμό, ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2012).

Φιλοξενούμε την παρακάτω ανάλυση του Κώστα Σβόλη, γιατί πιστεύουμε πως συμβάλλει στον αναγκαίο διάλογο για μια ξεκάθαρη θεώρηση των εξελίξεων στην ευρύτερη περιοχή και με αυτό τον τρόπο βοηθά τον αναπροσανατολισμό μας μέσα στην πραγματικότητα του 21ου αιώνα.

Πρωτοβουλία Διαλόγου για την Άμεση Δημοκρατία και τον Ουμανισμό


Ερωτήματα εξ Ανατολών



(σε μια προσπάθεια να ξεθολώσουμε τα ταξικά γυαλιά μας )
Για την αναγκαιότητα μετατόπισης της οπτικής μας 


Γράφει ο Κώστας Σβόλης



Τι ακριβώς συμβαίνει στην Ουκρανία; Ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος «δια αντιπροσώπων»;

Η σύγκρουσή δυο εθνικισμών; Η αντιπαράθεση δυο ολοκληρωτισμών (βλ Νεοναζισμού και των απολιθωμάτων του Σταλινισμού); Η συμπύκνωση της παγκόσμιας αντιπαράθεσης του Νεοφασισμού ενάντιων Αντιφασισμού σε επίπεδο ένοπλης σύγκρουσης; Τι σηματοδοτεί η δημιουργία των Λαϊκών Δημοκρατιών στην Ν.Α Ουκρανία; είναι παραρτήματα του Κρεμλίνου ή μορφές λαϊκής αυτοδιάθεσης; Διαφορετικά ερωτήματα, τις ίδιας όμως υφής, θα μπορούσαμε να θέσουμε και για την προσπάθεια δημιουργίας Ισλαμικού Κράτους στην Μέση Ανατολή (Συρία, Ιράκ) από τους Τζιχαντιστές. Τελικά ποιους ενισχύουν το ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ και η ΕΕ, τους Κούρδους του Ιράκ; ή τους Ισλαμιστές; που στην προηγούμενη περίοδο είχαν εξοπλίσει για να πολεμήσουν το καθεστώς του Άσαντ; θα αλλάξει τον συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων στον λαό του Κουρδιστάν η αμερικάνικη βοήθεια; αναδύονται μορφές οργάνωσης στο Συριακό Κουρδιστάν η οποίες μάλιστα έχουν την προοπτική να αποτελέσουν το αντίπαλο δέος απέναντι τόσο στους Τζιχαντιστές όσο και στον Άσαντ; ποία η σχέση των Τζιχαντιστών με τα αυταρχικά σουνίτικα και ταυτόχρονα συμμαχικά στις ΗΠΑ καθεστώτα της Σαουδικής Αραβίας, των Αραβικών Εμιράτων και του Κουβέιτ; γιατί την Αραβική άνοιξη την διαδέχθηκε η προέλαση των Τζιχαντιστών; είναι άραγε η δημιουργία του Ισλαμικού κράτους μια μορφής αντεπανάστασης;

Επειδή η ιστορία κινείται μέσω την αντιφάσεων της και τα δίπολα «καλός»-«κακός» υπάρχουν μονάχα στο Χόλιγουντ, οι αντιμαχόμενες πλευρές στα μέτωπα που περιέγραψα είναι πολυσήμαντες, περίπλοκες και αντιφατικές και δεν προσφέρονται για «ταυτίσεις» με βάση το «καθαρό επαναστατικό φαντασιακό μας», ειδικά όταν είμαστε πρόθυμοι να αντικαταστήσουμε την κοινωνικοπολιτική- ταξική ανάλυση μας, με την γεωπολιτικό-στρατιωτική. Για να κατανοήσουμε λοιπόν το ιστορικό γίγνεσθαι σ' αυτές τις περιοχές από την δικιά μας σκοπιά, από την σκοπιά του ανταγωνιστικού κινήματος και της αντικαπιταλιστικής χειραφετητικής προοπτικής, έχοντας παράλληλα και την δυσκολία της ελλιπούς πληροφόρησης και γνώσης για την ταξική σύνθεση και αγώνες, τα κοινωνικά κινήματα και πολιτικές δυνάμεις στις συγκεκριμένες περιοχές, είναι απαραίτητη μια μετατόπιση της οπτικής μας, τόσο πάνω στα ίδια τα γεγονότα, όσο και στην αξιολόγηση τους, ακριβώς για να ξεφύγουμε από την παγίδα της κυρίαρχης αστικής ανάλυσης που αναγάγειτις συγκεκριμένες συγκρούσεις σε καθαρά γεωπολιτικές εξαφανίζοντας το «Κοινωνικό Ζήτημα». Αυτό το «Κοινωνικό Ζήτημα» πρέπει να ξαναβάλουμε στο κέντρο της οπτικής και της αναζήτησης μας, αν θέλουμε να ξεπεράσουμε το επίπεδο της «ποδοσφαιροποίησης» και του «οπαδισμού» της πολιτικής στα διαδικτυακά καφενεία της εποχής μας και να αναλογιστούμε προς τα πού και πως πρέπει να κατευθύνουμε την διεθνιστική μας αλληλεγγύη με κριτήριο το δικό μας πολιτικό πρόταγμα και όχι το θυμικό και τις ιδεοληψίες μας. Για να μην παρεξηγηθούμε, τα ζητήματα που θέτει η γεωπολιτικό- στρατιωτική οπτική και οι σχέσεις του διεθνούς ανταγωνισμού των κρατών και του κεφαλαίου είναι υπαρκτά, αλλά από την δικιά μας σκοπιά δεν είναι στο επίκεντρο, ακριβώς γιατί δεν ασκούμε «κατά φαντασίαν» εξωτερική πολιτική όπως αυταπατώνται διάφοροι αναλυτές της Αριστεράς που επικεντρώνουν στην γεωπολιτική ανάλυση. 



Ουκρανία 



Ας εξετάσουμε καταρχάς το θέμα της Ουκρανίας. Προφανώς τόσο οι ΗΠΑ, ΕΕ από την μία και η Ρωσία από την άλλη προσπαθούν μέσα από αυτή την σύγκρουση να να προωθήσουν τα δικά τους γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα. Θα ήταν όμως τραγικό λάθος να θεωρήσουμε ότι οι κοινωνίες και οι λαοί είναι απλά μαριονέτες στους σχεδιασμούς κάποιον «κέντρων» που κινούν απλά τα πούλια στην γεωπολιτική τους σκακιέρα. Μια τέτοια συνωμοσιολογική αντίληψη θα αδικούσε όλη την επαναστατική κριτική θεωρία που αποτελεί την γενεαλογία του αντικαπιταλιστικού κινήματος. Ούτε η εξέγερση του Μέινταν ήταν μια «κατασκευή των Δυτικών» ούτε οι κινήσεις αυτονόμησης απέναντι στην εθνικιστική κυβέρνηση του Κιέβου ήταν μια παραγγελία του Πούτιν. Προφανώς και οι δύο (ή τρεις πλευρές μιας και δεν νομίζουμε ότι υπάρχει πλήρη ταύτιση ΗΠΑ ΕΕ, πόσο μάλλον αφού δεν υπάρχει ταύτιση εντός της ΕΕ) προσπαθούν να χειριστούν και να εντάξουν τα γεγονότα στις στρατηγικές τους, αλλά δεν τα κατασκευάζουν. Και οι δυο αντίρροπες αυτές κινήσεις εκφράζουν αντιθέσεις και ανταγωνισμούς, κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα που διαπερνούσαν την Ουκρανική κοινωνία και τα μέρη που την αποτελούν εδώ και πολύ καιρό. Πρόκειται για ζητήματα για τα οποία στην πραγματικότητα ελάχιστη γνώση και πληροφορίες έχουμε και, εάν πραγματικά θέλουμε να κατανοήσουμε αυτή την σύγκρουση πέρα από τα δίπολα Δύση-Ρωσία, Σβάστικες-Σφυροδρέπανα, οφείλουμε να προσπαθήσουμε να τα διερευνήσουμε σε όσο μεγαλύτερο βάθος μπορούμε. Αυτή η διερεύνηση είναι αναγκαία διότι εάν μείνουμε απλά στο συνδυασμό αυτών των δύο διπόλων, θα οδηγηθούμε στο εξής σχήμα: Οι αυτονομιστές έχουν σφυροδρέπανα (και Αλφάδια) άρα ταυτιζόμαστε με αυτούς. Επιπλέον, και εφόσον ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου, ο Πούτιν είναι καλύτερος από την Δύση, άρα είμαστε με τον Πούτιν. Αντιστοίχως: Ο Πούτιν εκφράζει έναν πιο μαφιόζικο-λούμπεν  κεφάλαιο γιαυτό επιλέγουμε να ταυτιστούμε με το κεφάλαιο της Δύσης, και αποσιωπούμε την αναβίωσή των φασιστικών ιδεολογιών αλλά και πρακτικών στην Ουκρανία και την στήριξη που παρέχουν στην κυβέρνηση του Κιέβου.

Οι παραπάνω επισημάνσεις μπορεί να μας απομακρύνουν από την λογική των ταυτίσεων, χωρίς να μας ρίχνουν στην παγίδα των «ίσων αποστάσεων», για δύο πολύ βασικούς λόγους. Πρώτον, μπορεί να έχουμε πολύ λίγη γνώση για την γενεαλογία της αντιπαράθεσης, τουλάχιστον από την κοινωνικοταξική σκοπιά που μας ενδιαφέρει, αλλά μπορούμε να πάρουμε υπόψιν μας τα αποτελέσματα που παράγονται από αυτή την σύγκρουσή για να καθορίσουμε την στάση μας. Επίσης μας επιτρέπουν να πάρουμε υπόψιν μας τις εσωτερικές αντιφάσεις και αντιθέσεις της κάθε μεριάς και να τις αξιολογήσουμε σε σχέση με την δικιά μας οπτική και αντικαπιταλιστική στρατηγική. Για τον προσανατολισμό τη δικιάς στάσης αλλά και πρακτικής σε σχέση με το Ουκρανικό ζήτημα, το θέμα δεν περιορίζεται μονάχα στην αντιπαράθεση Κιέβου-Αυτονομιστών, αλλά και στους εσωτερικούς συσχετισμούς των δυο μετώπων.

Ας κρατήσουμε όμως ένα στοιχείο που μπορεί να έχει μεγάλη σημασία και για τα τεκταινόμενα στον Ελληνικό Κοινωνικό Σχηματισμό: καμία επιφύλαξη στην ενίσχυση της κυβέρνησης του Κιέβου από την ΕΕ δεν προκάλεσε ο κομβικός ρόλος του νεοναζιστικού «Δεξιού Τομέα», στο βαθμό που αυτή εξυπηρετεί τα συμφέροντα της απέναντι στην Ρωσία. Αυτό ας το έχουν υπόψιν τους όσοι θεωρούν ότι για την Ευρώπη του κεφαλαίου και των διάφορων αποχρώσεων νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων θα ήταν ταμπού η συμμετοχή(ή έστω η στήριξη) της Χρυσής Αυγής σ' ένα κυβερνητικό σχήμα.

Αλλά ας πάμε στην Ουκρανική περίπτωση καθ' αυτή. Δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με υποχείρια και εντεταλμένους ξένων συμφερόντων, παρόλο που οι κυβερνήσεις της Δύσης θα ήθελαν πολύ στην θέση του «Δεξιού Τομέα» να υπήρχε ένα πιο «πολιτισμένο ακροδεξιό κόμμα» που να συμμορφώνεται στα πρότυπα της τηλεοπτικής δημοκρατίας και να μην κατεβαίνει στις μάχες με το σύμβολο του αγκυλωτού σταυρού. Αντίστοιχα, η Ρωσία θα προτιμούσε οι αυτονομιστές να συνδέουν πιο πολύ την δράση τους με την εθνοτική τους ταυτότητα ως Ρώσοι, παρά με τον αντιφασιστικό και αυτοδιαχειριστικό προσανατολισμό.

Αυτός σηματοδοτείται, όχι μόνο με την επιλογή του ονόματος Λαϊκές Δημοκρατίες, αλλά και με το πρόγραμμα των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Αυτό, φαίνεται να αποτελεί σημαντικό επίδικο στο εσωτερικό τους. Ο αντιφασιστικός και αυτοδιαχειριστικός τους προσανατολισμός σηματοδοτείται επίσης από τον ρόλο που διαδραματίζουν οργανωμένα κομμάτια της εργατικής τάξης σ' αυτές τις περιοχές, όπως οι ανθρακωρύχοι του Ντόνετσκ. Οι τελευταίοι είχαν κατέβει σε απεργίες από τα τέλη του Μάη καταγγέλλοντας την πολιτική της νέας κυβέρνησης του Κιέβου. Η κυβέρνηση της Ρωσίας ξέρει ότι εάν τελικά οι πολιτοφυλακές είναι αυτές που θα εξασφαλίσουν την αυτονομία των Λαϊκών Δημοκρατιών θα θέλουν να έχουν λόγο και στην πολιτική που αυτές θα ακολουθήσουν, και όχι απλά να προσδεθούν στο Ρώσικο άρμα. Ένας τρίτος παράγοντας που έχει ενδιαφέρον και πρέπει να εξετάσουμε είναι η διεθνοποίηση του πολέμου μέσω της συμμετοχής, και από τις δυο πλευρές, εθελοντών.

Αν από την πλευρά της κυβέρνησης της Ουκρανίας τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα, αφού οι εθελοντές που έρχονται να ενισχύσουν, βασικά τον «Δεξιό Τομέα», προέρχονται από τα απανταχού νεοναζιστικά μορφώματα, από την πλευρά των αυτονομιστών έχουμε μια πολύ περίπλοκη κατάσταση. Παράλληλα με τους αντιφασίστες εθελοντές που καταφτάνουν να ενισχύσουν τις πολιτοφυλακές, έχουμε και την δράση Ρώσων «εθελοντών» απόστρατων ή και εν ενεργεία μελών του Ρώσικου Στρατού καθώς και Σέρβων και Ελλήνων που φυσικά δεν εκκινούνται από αντιφασιστικά ή σοσιαλιστικά κίνητρα, αλλά από εθνοτικά και θρησκευτικά.

Κρατάμε μεγάλη επιφύλαξη για τις πηγές σε σχέση με το ζήτημα των εθελοντών, στο βαθμό μάλιστα που αναπαράγονται στο διαδίκτυο χωρίς καμία διασταύρωση. Έχουμε την εντύπωση ότι από όλες τις πλευρές πάνω σ' αυτό το θέμα κτίζεται ένας μεθοδευμένος επικοινωνιακός πόλεμος. Πέρα όμως από ενδεχόμενες υπερβολές, ανακρίβειες και σκοπιμότητες των πηγών, το σίγουρο είναι η συμμετοχή αμφότερα εθελοντών στην σύγκρουση.

Όχι, δεν έχουμε να κάνουμε με μια επανάληψη της Ισπανικής Επανάστασης και όσοι πέφτουν σ' αυτή την παγίδα ξεχνάνε ότι όταν η ιστορία επαναλαμβάνεται, αυτό γίνεται ως φάρσα. Οι Λαϊκές Δημοκρατίες δεν είναι στα πρόθυρα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού, πόσο δε μάλλον στην προοπτική μιας αυτοδιαχειριζόμενης αταξικής κοινωνίας. Όμως, στο εσωτερικό τους υπάρχουν δυνάμεις που στον ένα ή τον άλλο βαθμό, με διαφορετικές ίσως αφετηρίες και εστιάσεις από εμάς, ξαναθέτουν το κοινωνικό & ταξικό ζήτημα και σε αυτές πρέπει να δείξουμε την έμπρακτη αλληλεγγύη μας και με αυτές να ανοίξουμε έναν πολιτικό διάλογο, να τις βγάλουμε από την αφάνεια των επίσημων ΜΜΕ και να τους δώσουμε βήμα στην διεθνή συζήτηση για τον αντικαπιταλιστικό αγώνα.

Μια νίκη του Κιέβου επί των Αυτονομιστών θα είχε πολλαπλά αρνητικά αποτελέσματα. Ο ρόλος του «Δεξιού Τομέα» θα αναβαθμιζόταν σημαντικά και, στο όνομα της αποτελεσματικότητας του, η Δύση θα του πρόσφερε και επίσημα «συγχωροχάρτι» για την νεοναζιστική του φυσιογνωμία. Τα νεοναζιστικά μορφώματα της Ευρώπης θα γινόντουσαν πιο επιθετικά βλέποντας την επιτυχία τους στην Ουκρανία και θα διεκδικούσαν να παίξουν πιο κεντρικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα, ακριβώς βάζοντας μπροστά το παράδειγμα της Ουκρανίας. Στο εσωτερικό των κατοίκων και των πολιτικών δυνάμεων, στις περιοχές των Αυτονομιστών, θα κέρδιζαν έδαφος αυτοί που θα θέλανε να προσδεθούν στο άρμα της «μαμάς Ρωσίας» και θα θυσίαζαν τα βήματα της Κοινωνικής μεταρρύθμισης ακριβώς στην ελπίδα ενίσχυσης από τον Πούτιν. Το εθνοτικό και θρησκευτικό στοιχείο θα κυριαρχούσε πάνω στην κοινωνική και αντιφασιστική ατζέντα. Η ομοσπονδοποίηση με την Ρωσία θα φαινόταν ως η μοναδική λύση και οι αυτοδιαχειριστικές λογικές και πρακτικές θα εγκαταλείπονταν. Η συγκρότηση ενός ταχτικού στρατού, υπό την κηδεμονία Ρώσων συμβούλων, θα ερχόταν να αντικαταστήσει τις πολιτοφυλακές. Το παιχνίδι θα ήταν αποκλειστικά στα χέρια του Πούτιν και του παζαριού των δικών του συμφερόντων. Τέλος δεν πρέπει να ξεχνάμε μια ενδεχόμενη επέμβαση του ΝΑΤΟ αν οι δυνάμεις του Κιέβου τα βρούνε σκούρα. Για μια ακόμα φορά θα σταλεί το μήνυμα του διεθνούς κεφαλαίου για την καταστολή των εξεγέρσεων και την ύπαρξη του ΝΑΤΟ σε ρόλο παγκόσμιας αστυνομίας.

Αντίθετα μια νίκη των Λαϊκών Δημοκρατιών, και των ένοπλων πολιτοφυλακών τους, θα υποβάθμιζε το ρόλο της Ρωσίας, θα ενίσχυε τις τάσεις μιας εναλλακτικής αυτοδιαχειριστικής προοπτικής, θα έδινε το παράδειγμα ότι οι λαοί δεν υπόκεινται απλά στις κινήσεις των μεγάλων δυνάμεων, αλλά μπορούν να καθορίζουν οι ίδιοι το μέλλον τους. Θα αυξανόταν η λαϊκή δυσαρέσκιά απέναντι στην κυβέρνηση του Κιέβου στην υπόλοιπη Ουκρανία και ίσως πυροδοτείτο μια αντίρροπη λαϊκή κινητοποίηση ενάντια στον πόλεμο και τον φασισμό.



Οι Τζιχαντιστές και το Ισλαμικό κράτος 



Η επέλαση των Τζιχαντιστών στις περιοχές της Συρίας και του Ιράκ με σκοπό την δημιουργία του Ισλαμικού Κράτους φαίνεται να ξάφνιασε πολλούς και να αύξησε τα ισλαμοφοβικά αντανακλαστικά της Δύσης. Όμως αυτοί που σίγουρα δεν θα έπρεπε να ξαφνιαστούν ήταν οι ίδιες οι δυτικές κυβερνήσεις και τα μέλη του ΝΑΤΟ. Δεν μπορεί κανείς να φανταστεί ότι δεν ήξεραν την υποστήριξη που προσφέρουν τα αυταρχικά θεοκρατικά καθεστώτα της Σαουδικής Αραβίας, των Αραβικών Εμιράτων κλπ -σύμμαχοι κατά τα άλλα της Δύσης- στις ομάδες των φανατικών ισλαμιστών, ή το ότι η Τουρκία άφησε ανεμπόδιστα τους μαχητές της ISIS να περάσουν μέσα από το έδαφος της στην Συρία για να μπορέσουν να ανατρέψουν το καθεστώς του Άσαντ. Ακόμα, δεν μπορεί κανείς να πιστέψει ότι η άρση του εμπάργκο στο Συριακό πετρέλαιο από την ΕΕ έγινε χωρίς να λάβει υπόψιν της τους οικονομικούς πόρους που θα έφταναν στα χέρια των Τζιχαντιστών μέσω των κοιτασμάτων των περιοχών που είχαν υπό τον έλεγχο τους. Είναι άραγε τόσο παρανοϊκή η στρατηγική του ΝΑΤΟ ώστε να επαναλαμβάνει ξανά και ξανά το λάθος του Φρανκενστάιν, βοηθώντας να δημιουργηθεί ένα «τέρας» που στο τέλος δεν ελέγχει; Μπορεί και ναι, ίσως γιατί οι θεωρίες του καπιταλισμού καζίνου, όπου το μεγαλύτερο κέρδος συνυπάρχει με το μεγαλύτερο ρίσκο, έχουν διαπεράσει ακόμα και τους γεωπολιτικούς – στρατιωτικούς σχεδιασμούς.

Θα προσπαθήσουμε και αυτή την φορά να αποφύγουμε να αυτοπαγιδευτούμε σε σενάρια συνωμοσίας. Η άνοδος του εξτρεμιστικού ισλαμισμού δεν συντελέστηκε σ' ένα «εργαστήριο» κάποιων μυστικών υπηρεσιών. Η ανάπτυξη τους οφείλεται στις ιδιαίτερες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες των τελευταίων δεκαετιών, τόσο στις Αραβικές χώρες όσο και στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς που ζουν στις χώρες της Δύσης. Η ήττα της Αραβικής αριστεράς, το ξεθώριασμα του Αραβικού Εθνικισμού και η αδυναμία του να αντιταχθεί στον Δυτικό Ιμπεριαλισμό με όρους εθνικής αστικής ανεξαρτησίας, οι επεμβάσεις του ΝΑΤΟ στο Ιράκ και το Αφγανιστάν που συνοδεύτηκαν από απάνθρωπες πρακτικές ταπείνωσης, εξευτελισμού και κατάργησης κάθε καθεστώτος δικαίου (ποιος μπορεί να ξεχάσει τις εικόνες από το Αμπού Γκράιμπ ή την no mans land του Γκουαντάναμο και των άλλων ειδικών φυλακών εκτός οποιουδήποτε νομικού καθεστώτος;), η αδιαφορία των δυτικών απέναντι στο όλο και πιο έντονο καθεστώς απαρτχάιντ του Ισραήλ απέναντι στον Παλαιστινιακό λαό, οι συνεχόμενες διακρίσεις, ο υποβιβασμός σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας και το καθεστώς εξαίρεσής για τους μουσουλμάνους της Δύσης διαμόρφωσαν τους όρους για την ανάδυση και την ενδυνάμωση αυτού του ρεύματος. Όμως, οι κυβερνήσεις της Δύσης δεν βλέπουν στους Τζιχαντιστές μόνο έναν κίνδυνο, αλλά βλέπουν πάντα και μια ευκαιρία, και δεν σταματάνε να παίζουν μαζί τους το παιχνίδι με το καρότο και το μαστίγιο. Από την μια τους ενισχύουν ή κλείνουν τα μάτια σ' αυτούς που τους ενισχύουν, από την άλλη τους δαιμονοποιούν και δια-χειρίζονται τον τρόμο που αυτοί σκορπούν.

Οι Αραβικοί Λαοί απέχουν πολύ από την εικόνα που κατασκευάζει γι' αυτούς η Δύση. Οι εξεγέρσεις της Αραβικής Άνοιξης, όπως και η εξέγερση στην Ισταμπούλ και την υπόλοιπη Τουρκία μας έφεραν σε επαφή με μια σειρά από ταξικούς και κοινωνικούς αγώνες, ριζοσπαστικές πρακτικές, αντικαπιταλιστικές οργανώσεις και έναν πλούτο κινηματικών εμπειριών που θα θεωρούσε κανείς αδιανόητο ότι μπορεί να υπάρχει σ' αυτές της χώρες, αν ενστερνιζόταν την εικόνα που κατασκεύαζαν τα διεθνή ΜΜΕ. Είδαμε μια σφριγηλή νεολαία να διεκδικεί το μέλλον της, είδαμε ένα εργατικό κίνημα να αναβιώνει πρακτικές άγριων απεργιών που η εργατική τάξη στην Δύση φαίνεται να έχει λησμονήσει, είδαμε γυναίκες να ανατρέπουν τόσο τον κοινωνικό τους ρόλο όσο και την κατασκευασμένη εικόνα που είχαμε για αυτές, είδαμε τις διαφορετικές θρησκείες να αποτελούν πεδίο συνάντησης μέσα στο κίνημα και όχι διαχωρισμού (είναι χαρακτηριστικές οι περιγραφές κατά την εξέγερση στην Αίγυπτο χριστιανών να περιφρουρούν μουσουλμάνους την ώρα της προσευχής και το αντίστροφο), είδαμε ισλαμιστές να συνυφαίνουν την θρησκεία με τον πολιτικό ριζοσπαστισμό, όπως τμήματα τη νεολαίας των Αδελφών Μουσουλμάνων στην Αίγυπτο ή οι Μουσουλμάνοι Αντικαπιταλιστές στην Ισταμπούλ. Εν ολίγοις, είδαμε να δημιουργούνται ρωγμές τόσο στην εξουσία των παραδοσιακών ελίτ των αραβικών καθεστώτων όσο και στην θεοκρατική αντιδραστική προοπτική εκτροπής τους. Οι ρωγμές όμως δεν μπόρεσαν να μετασχηματιστούν σε εναλλακτική προοπτική, οι εξεγέρσεις ηττήθηκαν και τα κινήματα υποχώρησαν. Τα παλιά καθεστώτα ανασυγκροτήθηκαν έστω και μεταμφιεσμένα, όπως στην Αίγυπτο, ή βρίσκονται σε διαδικασία αποδιάρθρωσης με την μετατροπή των κοινωνικών εξεγέρσεων σε στρατιωτικές συγκρούσεις των καθεστώτων με τους Ισλαμιστές, όπως στην Συρία. Οι κοινωνικές διεκδικήσεις ενάντια στην φτώχεια, στην τεράστια ανεργία και την υπερεκμετάλλευση των λαϊκών στρωμάτων, καθώς και οι διεκδικήσεις για πολιτικές ελευθερίες, που είχαν φέρει στο προσκήνιο οι εξεγερμένοι, κρύφτηκαν και πάλι πίσω από τις φυλετικές, εθνικές και θρησκευτικές συγκρούσεις. Ο αέρας ελευθερίας και χειραφέτησης που φύσηξε για λίγο πάνω από τον Αραβικό κόσμο χάθηκε ξανά μέσα στα σύννεφα του πολέμου και της καταστολής. Ο ρόλος των Τζιχαντιστών δεν είναι αντιθετικός αλλά συμπληρωματικός στην παλινόρθωση των ανελεύθερων καθεστώτων στον Αραβικό κόσμο, ακόμα και εάν αυτό γίνεται με συγκρουσιακό τρόπο και μέσω της ανάδυσης μιας νέας στρατιωτικό-θρησκευτικής ελίτ. Αυτή όπως είναι φυσικό θα προσπαθήσει να κατοχυρώσει την παρουσία και να διαπραγματευτεί την θέση της μέσω της στρατιωτικής ισχύος, αλλά κυρίως του τρόμου, απέναντι όχι μόνο στα παλιά καθεστώτα αλλά και στην Δύση.

Οι πολεμικές συγκρούσεις, η μαζική φυγή στην προσφυγιά, οι σφαγές των αμάχων, οι βιασμοί των γυναικών, οι παραδειγματικές δολοφονίες μελών θρησκευτικών και πολιτικών αντιπάλων από τους Τζιχαντιστές, είναι φυσικό ότι δρουν ανασταλτικά για οποιαδήποτε κοινωνική κινητοποίηση και πολιτικό ριζοσπαστισμό. Στην πραγματικότητα, οι παραδοσιακές ελίτ του Αραβικού κόσμου κινδυνεύουν πολύ λιγότερο από τον ακραίο φανατικό Ισλαμισμό από ότι κινδυνεύουν τα λαϊκά στρώματα, πόσο δε μάλλον αυτά που ανήκουν σε θρησκευτικές και εθνοτικές μειονότητες, όπως οι Κούρδοι, οι Γιεζίντι, οι Σιίτες κλπ.

Στην πραγματικότητα, και παρά τις υστερίες των Δυτικών ΜΜΕ, η στάση των κυβερνήσεων της Δύσης και του ΝΑΤΟ είναι αντιφατική σε σχέση με τους Τζιχαντιστές γιατί και τα πολιτικά και οικονομικά τους συμφέροντα είναι αντιφατικά. Το παιχνίδι είναι οριακό και επικίνδυνο μεν, προσοδοφόρο και χρήσιμο δε. Η Δύση ανοικτά, αλλά και συγκεκαλυμμένα, ενίσχυσε στην αρχή τους Τζιχαντιστές με στόχο να ανατρέψει το καθεστώς του Άσαντ. Η επέκταση της δράσης τους και η επικράτηση των Τζιχαντιστών σ' ένα μεγάλο μέρος του Ιράκ προφανώς και είναι σημαντικό πρόβλημα, και ιδιαίτερα για τις ΗΠΑ. Ο ρόλος του «εγγυητή της ειρήνης και της ασφάλειας» στην ευρύτερη περιοχή αποδεικνύεται μια σισύφεια προσπάθεια για τον στρατό των ΗΠΑ που συνεχώς υπονομεύεται από αστάθμητους παράγοντες. Από την άλλη, τα εγκλήματα που διαπράττουν οι Τζιχαντιστές και η πρόθεση τους να δημιουργήσουν ένα καθαρά Ισλαμικό κράτος σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη περιοχή της Μ. Ανατολής λειτουργούν σαν άλλοθι στις εγκληματικές πολιτικές της «τελικής λύσης» που προσπαθεί να εφαρμόσει το, επίσης μιλιταριστικό και θεοκρατικό, κράτος του Ισραήλ. Όσο θα επεκτείνεται η ισχύς των Τζιχαντιστών τόσο θα αυξάνουν οι φωνές για την αναγκαιότητα ύπαρξης της στρατιωτικής ισχύος του Ισραήλ και αποδοχής των μεθόδων του. Ισραήλ και Τζιχαντιστές ανατροφοδοτούν ο ένας την ισχύ του άλλου ακριβώς μέσω της τρομοκρατικής βιοπολιτικής που ασκούν.

Σ' αυτό το σημείο πρέπει να εστιάσουμε λίγο περισσότερο, καθώς νομίζουμε πως είναι κομβικό. Δεν έχουμε να κάνουμε μονάχα με την θηριωδία του πολέμου. Δεν μιλάμε για “παράπλευρες απώλειες” ή για εγκλήματα πολέμου που έγιναν ως παρεκτροπές. Δεν υπάρχει καμία προσπάθεια από την μεριά των Τζιχαντιστών να κρύψουν, να δικαιολογήσουν ή να διαψεύσουν τις πρακτικές τρόμου που χρησιμοποιούν. Αντίθετα, τις εισάγουν ως μέρος της στρατηγικής τους σ' αυτό τον πόλεμο. Έξω, όμως, από αυτό το παιχνίδι της βιοπολιτικής του τρόμου δεν μένει ούτε η Δύση, αφού μέσω των ΜΜΕ δια- χειρίζεται την εικόνα του τρόμου που παράγουν οι Τζιχαντιστές για να πειθαρχήσει αλλά και διαχωρίσει τους κατοίκους των δυτικών κρατών και να ενισχύσει τον πατερναλιστικό ρόλο του κράτους ως «εγγυητή της ασφάλειας» από έναν «ακατανόητο και παράφρονα» εχθρό.

Στην δεδομένη στιγμή η μόνη δύναμη που μπορεί να αναχαιτίσει τους Τζιχαντιστές και να συσπειρώσει όλα τα ριζοσπαστικά πολιτικά και κοινωνικά τμήματα της ευρύτερης περιοχής φαίνεται να είναι οι Κούρδοι. Ο Κουρδικός λαός ζει σε τέσσερα κράτη της περιοχής: την Τουρκία, την Συρία, το Ιράκ και το Ιράν. Για δεκαετίες τώρα αντιμετωπίζει την κρατική και θρησκευτική καταπίεση των κρατών κάτω από την κυριαρχία των οποίων ζει. Έχει έντονα κοσμικά χαρακτηριστικά, μεγάλη εμπειρία στον ένοπλο αντάρτικο αγώνα και ο ρόλος των γυναικών στο εσωτερικό του είναι αναβαθμισμένος σε σχέση με πολλές από τις θρησκευτικές και εθνοτικές ομάδες στην ευρύτερη περιοχή. Χαρακτηρίζεται από έντονη θρησκευτική ανεκτικότητα, ενώ η Αριστερά έπαιζε πάντα σημαντικό ρόλο στο εσωτερικό του. Λόγω της εθνοτικής και θρησκευτικής καταπίεσης η εργατική τάξη κατέχει σημαντικό ρόλο στην ταξική σύνθεση του κουρδικού λαού. Η επικράτηση της Αριστεράς στους Κούρδους της Τουρκίας και της Συρίας δεν έχει να κάνει μόνο με τον πρωταγωνιστικό ρόλο του πρώην μαοϊκού PKK στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, αλλά και με την συμμετοχή των Κούρδων των μεγάλων αστικών κέντρων(πχ Ισταμπούλ) στους εργατικούς αγώνες και σε άλλες οργανώσεις της Επαναστατικής Αριστεράς. Ακόμα και στο Ιράκ, όπου οι δυτικόφιλοι ηγέτες των Κούρδων παίζουν σημαντικό ρόλο, στην εξέγερση των Κούρδων ενάντια στον Σαντάμ το 1991 τα εργατικά συμβούλια και οι οργανώσεις της επαναστατικής αριστεράς είχαν καθοριστική συμβολή στον ταξικό προσανατολισμό της εξέγερσης(για την άγνωστη σχετικά αυτή πτυχή του Κουρδικού κινήματος βλ «Ιρακινές Αντιστάσεις» εκδ Στάσεις Εκπίπτοντες 2008).

Οι Κούρδοι της Συρίας απέναντι στην απειλή των Τζιχαντιστών δημιούργησαν τις ένοπλες «Μονάδες Άμυνας του Λαού» στις οποίες συμμετέχουν και γυναίκες ως μαχήτριες. Άρχισαν, ακόμα, να συγκροτούν ένα μοντέλο δημοκρατικής αυτοδιοίκησης των περιοχών που ελέγχουν μέσα από το «Κίνημα της Δημοκρατικής Κοινωνίας του Δυτικού Κουρδιστάν»(TEV- DEM). Σε αυτό καλούν Άραβες, Αρμένιους και Ασσυροχαλδαίους να συμμετάσχουν ισότιμα χωρίς διάκριση, εξασφαλίζοντας την υποστήριξη τους για μια χώρα ενωμένη και δημοκρατική, όπου οι λαοί ζουν μαζί. Αν οι Κούρδοι ξεπεράσουν το στενό εθνικό προσδιορισμό, μπορούν να δημιουργήσουν έναν πόλο συσπείρωσης κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που να επαναφέρει την δυναμική μιας εναλλακτικής ριζοσπαστικής προοπτικής στην περιοχή της Μ. Ανατολής; Προφανώς αυτό το ενδεχόμενο είναι ανοικτό και θα εξαρτηθεί από πολλούς παράγοντες. Ένας από αυτούς είναι οι εσωτερικοί συσχετισμοί ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις του Κουρδικού λαού. Δεν πρέπει να έχουμε καμία αμφιβολία πως η βοήθεια σε στρατιωτικό εξοπλισμό που τρέχουν να προσφέρουν τώρα διάφορα κράτη της Δύσης, έχει να κάνει ακριβώς μ' αυτούς τους συσχετισμούς. Με άλλα λόγια επιλέγουν να ενισχύσουν ακριβώς εκείνες της δυνάμεις που εκτός από μια δυτικόφιλη στάση θα τονίζουν την εθνική προοπτική και όχι την προοπτική μιας πολυσυλλεκτικής κοινωνικής δημοκρατίας. Η ενίσχυση των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων ανάμεσα στους Κούρδους που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην ενδυνάμωση αυτής της εναλλακτικής προοπτικής είναι η στάση που θα έπρεπε να κρατήσει το αντικαπιταλιστικό κίνημα διεθνώς, αν θα ήθελε να ξεφύγει από τον ρόλο του απλού παρατηρητή και να ανασυγκροτήσει την διεθνιστική παράδοση του.