Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ρωσία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ρωσία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2015

Η ‘Νέα Γιάλτα’ των νικητών του Τρίτου Παγκόσμιου (οικονομικού) Πολέμου



Γράφει ο Κώστας Λάμπος




Η ειρήνη, παραφράζοντας τον Κλαούζεβιτς, δεν είναι παρά η συνέχιση του πολέμου σε άλλη μορφή και με άλλα μέσα. Στον τελευταίο μεγάλο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, με τα πενήντα και πλέον εκατομμύρια ανθρώπινα θύματα, με τις ανυπολόγιστες υλικές ζημιές και το μεγαλύτερο πισωγύρισμα από τον πολιτισμό στην καπιταλιστική βαρβαρότητα, ηττήθηκε το Τρίτο Ράϊχ, ο ναζισμός και ο άξονας του φασισμού και οι νικητές υποσχέθηκαν στην ανθρωπότητα το τέλος των πολέμων και αιώνια ειρήνη.

 

Οι νικητές και κύρια ο μεγαλύτερος εξ’ αυτών, οι Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής (ΕΠΑ) έδωσαν στον καπιταλισμό τους τη χρυσή ευκαιρία να πρωταγωνιστήσει στην οικονομική ανασυγκρότηση του κατεστραμμένου κόσμου, χορηγώντας κρατικά δάνεια και σπρώχνοντας άμεσες αμερικανικές ιδιωτικές επενδύσεις στις χώρες της Ευρώπης[1] με στόχο τη δορυφοροποίησή της, πράγμα που το κατόρθωσαν και σε μεγάλο βαθμό το διατηρούν ακόμα μέχρι σήμερα. Η ηττημένη και κατεστραμμένη Γερμανία διαιρέθηκε από τους νικητές του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου σε τέσσερις τομείς επιρροής, στον Σοβιετικό, στον Αμερικανικό, στον Γαλλικό και στον Αγγλικό, με στόχο να μην μπορέσει να αναδειχθεί ποτέ ξανά σε ανταγωνιστική και μεγάλη οικονομική και στρατιωτική δύναμη και για να αποφευχθεί κάποια νέα ναζιστική θηριωδία. Στο μεταξύ η λεγόμενη Δύση, δηλαδή οι Ενωμένες Πολιτείες Αμερικής, η Αγγλία και η Γαλλία εφαρμόζουν κοινή πολιτική για τους τρεις αντίστοιχους τομείς τους οποίους και ονομάζουν Δυτική Γερμανία, την οποία και ενισχύουν με κάθε τρόπο με σκοπό την ανάσχεση του λεγόμενου ‘κομμουνιστικού κινδύνου’, δηλαδή της επέκτασης της επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης, πράγμα που θα ματαίωνε τον αμερικανισμό, δηλαδή τα αμερικανικά σχέδια για την παγκόσμια ηγεμονία[2]. Από την άλλη μεριά ο τομέας της Γερμανίας που είχε τεθεί υπό σοβιετικό έλεγχο αναδείχνονταν σε Ανατολική Γερμανία και το Βερολίνο η πρωτεύουσα της ναζιστικής Γερμανίας χωρίστηκε σε Ανατολικό και σε Δυτικό Βερολίνο και στο μεγαλύτερο θέατρο διπλωματικού ανταγωνισμού μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Η ίδρυση του ΝΑΤΟ έγινε ο σιδηρούς βραχίονας αυτής της πολιτικής που οδήγησε στον ψυχρό πόλεμο μεταξύ Δύσης και Ανατολής, ο οποίος ολοκληρώθηκε με την ίδρυση του αντιΝΑΤΟ Συμφώνου της Βαρσοβίας, κορυφώθηκε μέσω των ακατάσχετων πολεμικών εξοπλισμών και απείλησε την ανθρωπότητα πολλές φορές μα πυρηνική καταστροφή. Με τις επιλογές αυτές η Δυτική Γερμανία αναδείχτηκε στο κυριότερο ανάχωμα της σοβιετικής επέκτασης προς την Ευρώπη, το οποίο έπρεπε να ενισχύεται αδιάκοπα και μάλιστα μέχρι του βαθμού να αποτελέσει μαζί με τη Γαλλία τον πυρήνα της οικονομικής συνεργασίας των χωρών της Ευρώπης, (ΕΚΑΧ), η οποία θα ενίσχυε την άμυνα της Δύσης έναντι της Ανατολής, δηλαδή του σοβιετικού Μπλοκ, το οποίο απάντησε με την ίδρυση της αντίστοιχης οικονομικής ένωσης, την γνωστή ΚΟΜΕΚΟΝ.

Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν η ανάδειξη της Δυτικής Γερμανίας σε ισχυρή οικονομία και σε ηγέτιδα δύναμη της Ευρώπης η οποία επεκτείνονταν δυναμικά και αδιάκοπα μέσα από την αναβάθμιση της ευρωπαϊκής οικονομικής συνεργασίας σε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και τελικά στην σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία κατέστησε δυνατή την επανένωση της Γερμανίας, την κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ, την οικονομική προσάρτηση, δηλαδή, την ένταξη στην ΕΕ των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης που βρίσκονταν υπό σοβιετική επιρροή και τελικά την συγκρότηση της Ευρωζώνης. Με όλα αυτά η Γερμανία κατάφερε, ουσιαστικά με την βοήθεια των ΕΠΑ και την ισχυρή οικονομία της, να επιτύχει στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, όσα δεν κατάφερε με τους δυό μεγάλους πολέμους που οργάνωσε και έχασε στο πρώτο μισό το. Αυτή η εξέλιξη ανάδειξε τη Γερμανία από ηττημένη στο πολεμικό πεδίο δύναμη σε νικήτρια στο πεδίο της καπιταλιστικής οικονομίας και σε παγκόσμια δύναμη με την έννοια της ηγέτιδας δύναμης της γερμανοποιημένης Ευρώπης[3]. Βέβαια στο μεταξύ έχει αλλάξει και το παγκόσμιο τοπίο συσχετισμού δυνάμεων, κάποιες από τις οποίες διεκδικούν την απαγκίστρωσή τους από τον αμερικανισμό και το δόγμα της Δύσης, όπως η Ινδία και οι περισσότερες χώρες της Λατινικής Αμερικής και κάποιες άλλες που διεκδικούν ρόλο ανταγωνιστή του αμερικανισμού και διεκδικητή της παγκόσμιας ηγεμονίας, όπως η Κίνα και σε μικρότερο βαθμό η Ρωσία. Είναι προφανές ότι αυτές οι κινήσεις των ανταγωνιστικών κεφαλαιοκρατικών δυνάμεων για την παγκόσμια ηγεμονία που βρίσκονται σε εξέλιξη, προδιαγράφουν την αιματηρή και εφιαλτική ιστορία του 21ου αιώνα, η οποία μπορεί να καταλήξει στην ολοκλήρωση και στην παγιοποίηση της καπιταλιστικής βαρβαρότητας.

Η έκβαση αυτής της προδιαγραφόμενης σύγκρουσης για την παγκόσμια ηγεμονία περνάει μέσα από τις εσωτερικές εξελίξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης. Οι προοπτικές αυτών των εξελίξεων είναι βασικά τρεις. Η πρώτη εκδοχή που αυτή την ιστορική στιγμή φαίνεται επικρατέστερη και εκφράζει τα συμφέροντα του γερμανικού κεφαλαίου, είναι η οριστική υποταγή της ΕΕ και της Ευρωζώνης στην γερμανική επικυριαρχία, πράγμα το οποίο καθιστά τη Γερμανία συνδιεκδικητή, στο πλευρό των Ενωμένων Πολιτειών Αμερικής, της παγκόσμιας ηγεμονίας. Η δεύτερη εκδοχή είναι αυτή που εκφράζει τα συμφέροντα των ευρωπαϊκών λαών και συνολικά τα συμφέροντα των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού σε παγκόσμια κλίμακα και σχετίζεται με τη μετεξέλιξη της καπιταλιστικής Ευρωπαϊκής Ένωσης και της γερμανοκρατούμενης Ευρωζώνης σε Ομοσπονδία Αμεσοδημοκρατικών Πολιτειών της Ευρώπης, με προοδευτικό αντικαπιταλιστικό πρόσημο και με κυρίαρχη μορφή την άμεση δημοκρατία σε τοπικό, περιφερειακό και ομοσπονδιακό επίπεδο. Η τρίτη εκδοχή είναι αυτή που το κεφάλαιο την προετοιμάζει για να αποτρέψει τη δεύτερη εκδοχή και το αποκρουστικό της πρόσωπο διαφαίνεται από τη στήριξη και ανάδειξη των ακροδεξιών φασιστικών και νεοναζιστικών δυνάμεων στη Γαλλία, στη Γερμανία, στην Ελλάδα και σε μια σειρά χώρες της ΕΕ με στόχο τη νεκρανάσταση του Τρίτου Ράϊχ στην Ευρώπη και στον πλανήτη ολόκληρο, ως εγγύηση της επιβολής της Νέας Τάξης Πραγμάτων.

Προς το παρών οι διεργασίες εξελίσσονται στο επίπεδο της πρώτης εκδοχής με πρωταγωνιστές τις Ενωμένες Πολιτείες Αμερικής και τη Γερμανία με αντικείμενο τη θέση και το ρόλο της Ευρώπης στη διεκδίκηση της παγκόσμιας ηγεμονίας από τις ΕΠΑ[4]. Σ’ αυτή τη σκακιέρα ο κύριος αντίπαλος τόσο για τις ΕΠΑ όσο και για τη Γερμανία φαίνεται να είναι η Ρωσία, με πεδίο αντιπαλότητας τον έλεγχο των πηγών των ορυκτών καυσίμων και της ροής της ενέργειας[5], με στόχο τον περιορισμό της ενεργειακής εξάρτησης της Ευρώπης από τις πηγές και τους αγωγούς της Ρωσίας και εναλλακτική τροφοδότησή της από τις πηγές της Μέσης Ανατολής και τους αγωγούς που ελέγχονται από τις ΕΠΑ. Για την εφαρμογή αυτού του σχεδίου οι ΕΠΑ διέλυσαν με την ωμή και βάρβαρη βία του ΝΑΤΟ τη Γιουγκοσλαβία σπρώχνοντας τα δυτικά βαλκάνια στην επιρροή της Γερμανίας με προφανή συμφωνία να περάσουν τα ανατολικά Βαλκάνια υπό την επιρροή των ΕΠΑ για να ελέγχουν άμεσα οι ίδιες το μαλακό υπογάστριο της Ρωσίας και τα στενά, για να εμποδιστεί η κάθοδός της στο Αιγαίο και από εκεί στη Μεσόγειο που θα επέτρεπε την ενίσχυση της διείσδυσή της στην Μέση Ανατολή και στην Αφρική και στον πλανήτη ολόκληρο μέσω της εύκολης πρόσβασής της στον Ατλαντικό Ωκεανό. Με αυτή τη στρατηγικής σημασίας κίνησής τους οι ΕΠΑ στόχευαν και στοχεύουν να δημιουργήσουν ένα φιλοαμερικανικό τόξο που θα ξεκινάει από τα Ανατολικά Βαλκάνια θα επεκτείνεται στις χώρες της από την CIA υποκινούμενης και χρηματοδοτούμενης πορτοκαλί επανάστασης, δηλαδή τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Γεωργία, την Ουκρανία και την Ουγγαρία, και θα καταλήγει στην Πολωνία μέχρι και τις βορειότερες μικρές Βαλτικές χώρες, με το οποίο θα εμποδίσουν οριστικά ενδεχόμενη μελλοντική συνεργασία της Ευρώπης με τη Ρωσία πράγμα που θα ματαίωνε το αμερικανικό όραμα για την παγκόσμια ηγεμονία. Κεντρικό ρόλο σ’ αυτό το σχέδιο των ΕΠΑ διαδραματίζει η αμερικανόφιλη Ουκρανία στο έδαφος της οποίας μαίνεται ένας εμφύλιος πόλεμος μεταξύ της δυτικόφιλης ακροδεξιάς κυβέρνησής της και των ρωσόφωνων αυτονομιστών των ανατολικών επαρχιών της. Στην ουσία βέβαια πρόκειται για έναν πόλεμο μεταξύ ΕΠΑ και Ρωσίας. Η Ουκρανία αποτελεί το μήλο της έριδας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ρωσίας και κυρίως μεταξύ ΕΠΑ και Ρωσίας, γιατί η Ουκρανία αποτελεί τον κεντρικό κρίκο που σχηματίζει το τόξο μεταξύ ανατολικών Βαλκανίων και Πολωνίας και Βαλτικών χωρών που θα εμποδίζει την προσέγγιση μεταξύ ΕΕ και Ρωσίας και θα διασφαλίζει τον έλεγχο των ΕΠΑ πάνω στην ΕΕ. Η Ουκρανία ως βάση αμερικανικών και ΝΑΤΟϊκών δυνάμεων θα διευκόλυνε την στρατιωτική επέμβαση αυτών των δυνάμεων στο έδαφος της Ρωσίας με στόχο την εξουδετέρωση ενός ανταγωνιστή και τον έλεγχο των πηγών ενέργειας. Δύσκολη επιχείρηση βέβαια με πιθανότερη έκβασή της τη συντριβή του επιτιθέμενου, όπως συνέβει άλλωστε με τον Ναπολέοντα και με τον Χίτλερ, εκτός αν την διευκόλυνε κάποιος νέος Κορμπατσώφ ή κάποιος νέος Γιέλτσιν, οπότε θα σήμαινε το πυρηνικό τέλος Ευρώπης αν όχι του πλανήτη. Όποιος υπερτίμησε τις δυνάμεις του σε στρατιωτική επιχείρηση κατά της Ρωσίας αναγκάστηκε να επανεκτιμήσει τη στρατηγική και τους στόχους του.

Προφανές είναι πως σε αυτό το σχέδιο των ΕΠΑ συμπεριλαμβάνεται και η Ελλάδα, η οποία όπως και η Γερμανία αποτέλεσε, κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου, αμερικανικό ανάχωμα εναντίον της σοβιετικής καθόδου στη Μεσόγειο, αλλά και εξαιτίας της μεγάλης γεωστρατηγικής της σημασίας για το έλεγχο της περιοχής[6], αλλά και για τα γνωστά πλούσια κοιτάσματά της σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο, και όχι μόνο, τα οποία θα ήθελαν να ελέγχουν οι ίδιες και όχι η ΕΕ και η Ευρωζώνη στις οποίες ανήκει η Ελλάδα. Αυτή η εκδοχή όμως, λογικά, συνεπάγεται την έξοδο της Ελλάδας από την ΕΕ και την Ευρωζώνη, πράγμα που βρήκε, με αφορμή την καπιταλιστική κρίση και την οικονομική αδυναμία της, την πολιτική έκφρασή του με πολιτικές και μάλιστα ‘προοδευτικές’ και ‘πατριωτικές’ για έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση και από τη ζώνη του Ευρώ και για την ‘επιστροφή στη Δραχμή’, αντί της διεκδίκησης για την ενεργοποίηση της δεύτερης εκδοχής, όπως είδαμε παραπάνω, δηλαδή να μετεξελιχθεί η ΕΕ σε Ομοσπονδία Αμεσοδημοκρατικών Πολιτειών της Ευρώπης.

Αυτή η επιλογή των ΕΠΑ απόκτησε επείγοντα χαρακτήρα και εξαιτίας της αντι-ισραηλινής, της φιλο-ισλαμικής και σε κάποιο βαθμό και της φιλο-ρωσικής στροφής της Τουρκίας και της αποστασιοποίησής της από τη ΝΑΤΟϊκή συμμαχία και από τις επιλογές των ΕΠΑ να αναδιατάξουν τον πολιτικό χάρτη στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής πολιτική που υποβαθμίζει το ρόλο της Τουρκίας ως υπο-ιμπεριαλιστική δύναμη και αναβαθμίζει το Ισραήλ και ενδεχόμενα και το νέο Κουρδιστάν που προωθούν οι ΕΠΑ, ως επιτηρητές της περιοχής για λογαριασμό τους. Ένας άλλος ενοχλητικός παράγοντας για τις ΕΠΑ είναι η ραγδαία και όλο και πιο ισχυρή οικονομική παρουσία της Κίνας στην ευρύτερη περιοχή με γέφυρα την Ελλάδα. Οι ΕΠΑ θα είχαν έναν επιπλέον λόγο να αποσπάσουν την Ελλάδα από την ΕΕ και να κόψουν κάθε δεσμό της με τη Γερμανία, την Κίνα και τη Ρωσία. Όλα αυτά αποκαλύπτουν την μεγάλη αναβάθμιση της γεωστρατηγικής σημασίας της Ελλάδας για τον έλεγχο της ευρύτερης περιοχής. Η διαχείριση αυτής της θέσης της Ελλάδας επιβάλλει την παραμονή της στην ΕΕ ως παράγοντα ενότητας, εμβάθυνσης και αντικαπιταλιστικής προοπτικής της ΕΕ, ως το μοναδικό αντίβαρο απέναντι στους επίδοξους ηγεμόνες του πλανήτη, γιατί μια προοδευτική ΕΕ με τη μορφή της Ομοσπονδίας Αμεσοδημοκρατικών Πολιτειών Ευρώπης και περιεχόμενο την αταξική κοινωνία μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα για όλους τους λαούς του πλανήτη να πάρουν την τύχη τους στα χέρια τους και να πραγματοποιήσουν το διαχρονικό τους όραμα για την οικουμενική κοινωνική ισότητα με τη μορφή μιας Οικουμενικής Συνομοσπονδίας Αμεσοδημοκρατικών Πολιτετιών.

Η δύσκολη θέση της Ελλάδας, αλλά και της Κύπρου που με την πολιτική της Γερμανίας απειλούνται να τεθούν εκτός της ΕΕ και της Ευρωζώνης, επειδή η Γερμανία διεκδικεί την αποκλειστικότητα του ορυκτού πλούτου της περιοχής υποβαθμίζοντας τις δυό χώρες σε γερμανικά προτεκτοράτα, πράγμα που τις αναγκάζει πότε να στρέφονται προς την Ρωσία και την Κίνα και πότε προς τις ΕΠΑ. Η προσέγγιση της συντηρητικής κυβέρνησης του παραδοσιακού εκπροσώπου της κρατικοδίαιτης και κομπραδόρικης ελληνικής ολιγαρχίας, γαλλόφιλου ευρωπαϊστή Κώστα Καραμανλή, στην οποία συμμετείχε και η οικογένεια του αμερικανογερμανόφιλου Μητσοτάκη, με τη Ρωσία για τον αγωγό Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη που θα έφερνε ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο στην ΕΕ μέσω Βουλγαρίας και Ελλάδας, φαίνεται να εξόργισε τις ΕΠΑ και να οδήγησε στην πτώση του. Με την άνοδο του αμερικανόφιλου Γεωργίου Α. Παπανδρέου που πάγωσε το σχέδιο συνεργασίας με τη Ρωσία και προώθησε το σχέδιο αξιοποίησης των κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου της Ελλάδας και της Κύπρου από τις αμερικανικές εταιρείες που συντάχτηκαν με τον άξονα Ισραήλ, Κύπρος, Ελλάδα. Αυτή η στροφή της Ελλάδας προς τις ΕΠΑ εξόργισε προφανώς τη Γερμανία πράγμα που οδήγησε, με το πρόσχημα της αποτυχίας εφαρμογής του μνημονίου δημοσιονομικής προσαρμογής της Ελλάδας, στην ανατροπή της κυβέρνησης Παπανδρέου, αλλά οι ΕΠΑ αμύνονται επιβάλλοντας τη διάδοχη κυβέρνηση του επίσης αμερικανόφιλου Σαμαρά, που και αυτός ανατρέπεται, πάντα στο πλαίσιο της αστικής κοινοβουλευτικής ‘νομιμότητας’ με πρόωρες εκλογές. Η αξιωματική αντιπολίτευση κερδίζει τις εκλογές και στη θέση της λεγόμενης μνημονιακής κυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας-ΠΟΑΣΟΚ έρχεται η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ σε συνεργασία με το ακροδεξιό κόμμα των λεγόμενων ‘ανεξάρτητων Ελλήνων’, ο εθνικιστής αρχηγός του οποίου, που ήταν παλιότερα στέλεχος και υπουργός της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, ανάλαβε πρόσφατα στην κυβέρνηση του ‘αριστερού’ ΣΥΡΙΖΑ μάλιστα το υπουργείο ‘Εθνικής Άμυνας’, ως αρχιστράτηγος των ενόπλων δυνάμεων της χώρας.

Η θέση της νέας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αναφορικά με τη θέση της Ελλάδας[7] εντός ή εκτός της ΕΕ και της Ευρωζώνης και εξαιτίας των έντονα αντιφατικών απόψεων που έχουν κατά καιρούς διατυπωθεί και συνεχίζουν ακόμα να διατυπώνονται από κορυφαία στελέχη τους, είναι ακόμα αδιευκρίνιστη. Είναι προφανές ότι οι διαφορετικές ιδεολογικές απόψεις μεταξύ κομμάτων, αλλά και στο εσωτερικό των κομμάτων αποτελούν έκφραση διαφορετικών επιρροών και σχέσεων με αντίστοιχα συμφέροντα και αντίστοιχες μεγάλες δυνάμεις που εντάσσουν με διαφορετικό τρόπο την Ελλάδα στα στρατηγικά τους σχέδια. Δεδομένες είναι προς το παρόν η σύγκρουση της Ελληνικής κυβέρνησης με τη γερμανική πολιτική της λιτότητας, η μάλλον προσχηματική διαφωνία του υπουργού εξωτερικών με την επιβολή κυρώσεων της ΕΕ στη Ρωσία, αλλά και η ταυτόχρονη έκκληση του υπουργού οικονομίας προς τις ΕΠΑ να πιέσουν και να πείσουν τη Γερμανία να επιτρέψει στην Ελλάδα να παρακάμψει το πρόγραμμα λιτότητας, να της δώσει χρόνο για νέα διαπραγμάτευση με τους δανειστές της και για νέα συμφωνία, χωρίς να διακόψουν τη χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας, πράγμα που θα την έσπρωχνε στη χρεωκοπία και συνεπώς έξω από την Ευρωζώνη και πιθανά έξω και από την ΕΕ. Δεδομένο είναι επίσης ότι το τεράστιο δημόσιο χρέος της Ελλάδας προς τις χώρες της Ευρωζώνης καθιστά μια έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη και μια πτώχευση απαγορευτική για την ίδια την Ευρωζώνη και σε μεγάλο βαθμό επικίνδυνη για την παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία. Η ασυνήθιστη δημόσια δήλωση του ίδιου του προέδρου των ΕΠΑ, Μπάρακ Ομπάμα υπέρ της Ελλάδας, πράγμα που αποτελεί άμεση παρέμβαση στα εσωτερικά της ΕΕ και της Ευρωζώνης, στις οποίες βέβαια δεν ανήκουν οι ΕΠΑ, μπορεί να κατανοηθεί μόνο από αυτή την οπτική, που βλέπει την Ελλάδα ως τη θρυαλλίδα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, που αν εκραγεί πρόωρα και ανεξέλεγκτα θα κινδυνεύσει με κατάρρευση ολόκληρο το καπιταλιστικό οικοδόμημα

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αποδέχτηκε αμέσως θετικά και χωρίς επιφυλάξεις την παρέμβαση Ομπάμα, χωρίς να σκεφθεί πως με αυτόν τον τρόπο η Γερμανία θα την χρεώσει στο αμερικανικό σύστημα συμφερόντων και συνεπώς θα σκληρύνει τη θέση της εναντίον της και αν δεν την υποτάξει τώρα, με την πρώτη ευκαιρία θα την σπρώξει στην κόλαση της χρεοκοπίας κλείνοντας ταυτόχρονα το μάτι στις ύαινες της περιοχής που καραδοκούν να την κατασπαράξουν. Επικοινωνιακά η σημερινή ελληνική κυβέρνηση κερδίζει σε επίπεδο κοινής γνώμης τις πρώτες θετικές εντυπώσεις και διεκδικεί με πειστικότητα κάτι καλύτερο από την προηγούμενη κυβέρνηση. Το αποτέλεσμα θα δείξει τις ικανότητές της και τις πραγματικές προθέσεις της. Σε κάθε περίπτωση η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ σχοινοβατεί μεταξύ των προσδοκιών που δημιούργησε για ένα καλύτερο αποτέλεσμα και της απόλυτης καταστροφής και είναι βέβαιο ότι γνωρίζει πως οι Έλληνες δεν την ψήφισαν για τα χειρότερα, αλλά για τα καλύτερα, όποια και όσα μπορεί να είναι αυτά στις συνθήκες της σημερινής ΕΕ. Είναι, όμως, πολιτική αφέλεια να πιστεύει κανείς πως σε συνθήκες καπιταλισμού, τον οποίο η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ –ΑΝΕΛ ουδέποτε αμφισβήτησε στην ουσία του, και με την κοινωνία στο περιθώριο και σε ρόλο διαδηλωτή και ψηφοφόρου θα καταφέρει να συμφιλιώσει το κεφάλαιο με τις δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού. Τα νεκροταφεία είναι γεμάτα από καλές προθέσεις που δεν πρόλαβαν να πραγματοποιηθούν. Όμως η ζωή και ο αγώνας για την μετακαπιταλιστική κοινωνία χρειάζεται ρεαλισμό και η ιστορία διδάσκει πως στο ρεαλισμό των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού που οραματίζονται και αγωνίζονται για την οικονομική και κοινωνική ισότητα και για την αταξική κοινωνία δεν έχει θέση το κεφάλαιο, ως κοινωνική σχέση εξουσίας των λίγων πάνω στους πολλούς, γιατί αυτό και δεν συμβιβάζεται με την αυτοδιεύθυνση της κοινωνίας-ανθρωπότητας. Συνεπώς ή με το κεφάλαιο ή με την εργασία μπορεί να είναι κανείς. Και με τα δύο πηγαίνουν συνήθως οι εξουσιαστικές πρωτοπορίες και μάλιστα στο όνομα της αριστεράς, της σοσιαλδημοκρατίας, του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού, αλλά στο τέλος μένει μόνο η πραγματικότητα ότι υπηρέτησαν το κεφάλαιο και πρόδωσαν τους λαούς που τους εμπιστεύτηκαν, πράγμα που φρενάρει ή και πισωγυρίζει τον αγώνα της εργαζόμενης κοινωνίας.

Είναι σημαντικό στο σημείο αυτό να ανοίξουμε μια παρένθεση για να υπενθυμίσουμε ότι η κακή οικονομική κατάσταση της Ελλάδας οφείλεται σε πέντε κύριες και κατά κανόνα εξωγενείς  αιτίες . Η πρώτη έχει να κάνει με τις στραπάτσες της γέννας του νεοελληνικού κοινωνικού σχηματισμού υπό την κηδεμονία των λεγόμενων 'Μεγάλων Δυνάμεων' που επέβαλλαν ένα εξαρτημένο και συμπληρωματικό χαρακτήρα στην ελληνική οικονομία. Η δεύτερη οφείλεται στον διαρκή εμφύλιο πόλεμο μεταξύ των αντιμαχόμενων εκπροσώπων των 'προστάτιδων δυνάμεων' και με τους αλλεπάλληλους πολέμους με τους γείτονες στους οποίους έριχναν τη χώρα οι εκάστοτε προστάτες. Η τρίτη οφείλεται στην  ολοσχερή καταστροφή της χώρας από τα ναζιστικά στρατεύματα και στη συνεχή αφαίμαξή της μέσω των άδικων όρων εμπορίου που επέβαλαν οι καπιταλιστικές μητροπόλεις, με πρωταγωνιστή τη Γερμανία, στην ελληνική οικονομία.


 Η τέταρτη είναι η βαθιά καπιταλιστική κρίση που σε κάθε έξαρσή της τσακίζει την καχεκτική οικονομία των μικρών και εξαρτημένων χωρών και η πέμπτη έχει να κάνει με τον κομπραδόρικο και μεταπρατικό χαρακτήρα της άρχουσας μιζοδίαιτης και κρατικοδίαιτης ελληνικής ολιγαρχίας που κάθε τόσο οργανώνει ‘αγορές του αιώνα’ και διαπλέκεται με κάθε χώρα και κάθε επιχείρηση (όπως λ. χ. η MIZENS), που ‘κάνει δουλειές’ με την Ελλάδα, στη λογική της υπερ/υπο/τιμολόγησης με την οποία κλέβονται 

 

κάθε χρόνο δισεκατομμύρια Ευρώ από τα δημόσια ταμεία της χώρας. Αλλά όλα αυτά είναι ο (από τη φύση του κλεπτοκρατικός, απάνθρωπος και καταστροφικός) καπιταλισμός, ο οποίος διαψεύδει κάθε αφελή που πιστεύει πως μπορεί να γίνει ‘ανθρώπινος ο καπιταλισμός’, αλλά και κάθε πονηρό που υπόσχεται και γίνεται πιστευτός ότι αυτός θα τον αλλάξει και θα τον κάνει καλύτερο χωρίς να τον καταργήσει.

Η άγονη Γερμανογαλλική παρέμβαση στον Πούτιν για υποχώρηση της Ρωσίας στο Ουκρανικό και η αποτυχία συμβιβασμού της Ρωσίας με τον προβλεπόμενο από τις ΕΠΑ ρόλο της Ουκρανίας προκάλεσε αυξημένη ανησυχία του Βερολίνου με συνέπεια την έκτακτη συνάντηση μεταξύ της γερμανίδας καγκελάριου Άγγελας Μέρκελ με τον αμερικανό πρόεδρο Ομπάμα στην Ουάσιγκτον με αποκλειστικό θέμα της συνάντησης τη θέση και το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από το οποίο εξαρτάται η θέση και το μέλλον και της Ελλάδας. Στην πραγματικότητα το θέμα της συνάντησης ήταν ευρύτερο και η λογική παραπέμπει σε μια Νέα Γιάλτα μεταξύ των δυό νικητών στον τρίτο παγκόσμιο πόλεμο που κερδήθηκε στο πεδίο της καπιταλιστικής οικονομίας. Μια Νέα Γιάλτα που σημαίνει διευθέτηση των όρων κυριαρχίας, ή συγκυριαρχίας στην Ευρώπη και στην ευρύτερη περιοχή, με αλλαγή συνόρων με ψυχρούς και θερμούς πολέμους για την εδραίωση σφαιρών επιρροής που θα καθορίζουν τις εξελίξεις για τις επόμενες δεκαετίες. Κατά την επικρατέστερη εκτίμηση το κυρίως μενού, σε αυτή την συνάντηση ήταν η Ρωσία, το δεύτερο πιάτο ήταν η Τουρκία και το επιδόρπιο η Ελλάδα. Βέβαια όλα αυτά σχετίζονται με το χαρακτήρα και το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης την οποία προφανώς τόσο οι ΕΠΑ, όσο και η Γερμανία θα ήθελαν κάποια στιγμή να τη διαλύσουν η καθεμιά βέβαια για τους δικούς της λόγους.

Οι ΕΠΑ γιατί μακροπρόθεσμα δεν εμπιστεύονται την ΕΕ ως μόνιμο σύμμαχο στη διεκδίκηση της παγκόσμιας ηγεμονίας εξαιτίας της σταδιακής ανάδειξης των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού σε παράγοντα μιας από τα κάτω διαμόρφωσης της πορείας της ΕΕ σε αντικαπιταλιστική και αντιηγεμονική τροχιά για να καταλήξει σε Ομοσπονδία Αμεσοδημοκρατικών Πολιτειών της Ευρώπης και σε παγκόσμιο παράδειγμα για την κοινωνική απελευθέρωση όλων των λαών του πλανήτη από την καπιταλιστική βαρβαρότητα.

Η Γερμανία γιατί, έχοντας κάποια στιγμή ολοκληρώσει την υποταγή των οικονομιών των χωρών μελών της ΕΕ στα γερμανικά συμφέροντα, θα επιχειρήσει να απαλλαγεί από τα συλλογικά όργανα, από τους θεσμούς και από τους λαούς της ΕΕ που στέκονται εμπόδιο στα σχέδια της ευρωπαϊκής μονοκρατορίας της, για να καταστεί επιτέλους ολόκληρη η Ευρώπη ο ζωτικός χώρος (der Lebensraum) της Γερμανίας και να μπει και η ίδια στο καταστροφικό για την ανθρωπότητα πεδίο σύγκρουσης για την παγκόσμια ηγεμονία.

Η μόνη εναλλακτική λύση είναι οι τοπικές και παγκόσμιες δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού να ματαιώσουν με τη δική τους αυτόνομη παρέμβαση το συγκρουσιακό χαρακτήρα των δυνάμεων του κεφαλαίου μέσω της ανατροπής του καπιταλισμού και της Νέας Παγκόσμιας Καπιταλιστικής Τάξης Πραγμάτων[8] και με την αναμόρφωση της αρχιτεκτονικής συγκρότησης των τοπικών κοινωνιών και της ανθρωπότητας συνολικά στη βάση της κοινοκτημοσύνης και της άμεσης της αταξικής δημοκρατίας[9] που εγγυώνται την κοινωνική ισότητα την αλληλεγγύη, την ισοκατανομή και τη συνεργασία μεταξύ των αυτοδιευθυνόμενων κοινωνιών σε τοπικό, περιφερειακό, εθνικό και οικουμενικό επίπεδο που θα μπορεί να πάρει τη μορφή της Ομοσπονδίας Αμεσοδημοκρατικών Πολιτειών της Ευρώπης.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση με όλα τα λάθη που χαρακτηρίζουν τη δομή και όλες τις αδυναμίες, υστερήσεις και λειτουργίες που τη φόρτωσε ο αμερικανισμός με τον ιπποκόμο του το ευρωπαϊκό και κύρια το γερμανογαλλοαγγλικό κεφάλαιο, αποτελεί το μεγαλύτερο και θετικότερο επίτευγμα των λαών της Ευρώπης[10] γιατί χτίστηκε πάνω στους δικούς τους αγώνες και στις δικές τους θυσίες και πατρίδες. Γι’ αυτό και το ζητούμενο είναι η μετεξέλιξη και όχι η διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία αποτελεί το κοινό μας σπίτι, στο υπόγειο του οποίου θάφτηκαν βαθιά οι εθνικισμοί, οι φασισμοί και τα ταξικά μίση των παρελθόντων αιώνων και στο σαλόνι του οποίου ζωντάνεψε το κοινό μας όραμά για μια ειρηνική, ανεξάρτητή, προοδευτική και ευημερούσα Ευρώπη. Μια Ευρώπη της ισοτιμίας και της συνεργασίας που θα ανοίξει το δρόμο, όπως πολλές φορές έκανε στην ιστορική της διαδρομή[11], για έναν καλύτερο κόσμο, τον κόσμο της κοινωνικής ισότητας, της άμεσης δημοκρατίας, της αταξικής κοινωνίας και του οικουμενικού ουμανιστικού πολιτισμού[12]. Μια Ευρώπη των λαών που θα χτίζει σταθερά σχέσεις αμοιβαίας συνεργασίας και καλής γειτονίας με τους γειτόνους της και φιλίας με όλους τους λαούς του πλανήτη για να μην χρειάζεται η επιβίωση και η προκοπή της τις υπηρεσίες των μαφιόζων προαγωγών και των τραμπούκων προστατών του πλανήτη.
10.02.2015



[1] «Ως Τρίτη παγκόσμια βιομηχανική δύναμη μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες και την ΕΣΣΔ εξελίσσεται η εγκατεστημένη στην Ευρώπη αμερικανική βιομηχανία, Σρεμπέρ Ζαν-Ζακ Σερβάν, Η αμερικανική πρόκληση, Έκδοση ‘Ιστορία της ανθρωπότητας’, Αθήνα χ. χ.
[2] Βλέπε Λάμπος Κώστας, Αμερικανισμός και Παγκοσμιοποίηση. Οικονομία του Φόβου και της Παρακμής, Παπαζήσης, Αθήνα 2009.
[3] Βλέπε Λάμπος Κώστας, Νεογερμανισμός. Ο νέος εφιάλτης της Ευρώπης; ΠΟΛΙΤΕΣ, τεύχος 35/Φεβρουάριος 2012 και 36/Μάρτιος 2012, και Lampos Kostas, Neogermanismus. Der neue Alptraum Europas? in: http://lefthumanism.blogspot.com/2012/
[4] Λάμπος Κώστας, Αμερικανισμός και Γερμανισμός εναντίον Ευρώπης και Προόδου. Βασιλιάδες και Βασίλισσες, άλογα και πιόνια στις μικρές και στις μεγάλες σκακιέρες του αμερικανισμού, στο: http://infonewhumanism.blogspot.gr/2010/03/blog-post.html,
[5] Λάμπος Κώστας, Ποιος φοβάται το Υδρογόνο; Η επανάσταση του υδρογόνου, η ελεύθερη ενέργεια και η απελευθέρωση της ανθρωπότητας από τα ορυκτά καύσιμα και την καπιταλιστική βαρβαρότητα, ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2013.
[6] Lambos Kostas D., Abhängigkeit und fortgeschrittene Unterentwicklung dargestellt am Beispiel der Landwirtschaft Griechenlands: Ein Beitrag zum Studium des (griechischen) Peripheren Kapitalismus und der alternativen Entwicklungsstrategien, R. G. Fischer Verlag, F/M 1981 και 
[7] Lampos Kostas, Greece in the threshold of 21st Centure. Fight for the territorial integrity, national survival and Direct Democracy, in http://www.lefthumanism.blogspot.com.
[8] Lampos Kostas, The End of Capital and the Future of Work, http://coto2.wordpress.com/2009/09/29/the-end-of-capital-and-the-future-of-work/,
[9] Λάμπος Κώστας, Αταξική Δημοκρατία και Ουμανισμός στον 21ο αιώνα, στο συλλογικό τόμο: Η Άμεση Δημοκρατία στον 21ο αιώνα, ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη  2013.
[10] Λάμπος Κώστας, Οι Ευρωπαίοι και πάλι ενώπιον της Ιστορίας, http://www.anixneuseis.gr/?p=91374,
[11] Λάμπος Κώστας, Από τον ευρωπαϊκό Ουμανισμό, στην καπιταλιστική βαρβαρότητα ή στον Οικουμενικό Ουμανισμό; MONTHLY REVIEW, τεύχος Ιούνη 2009.
[12] Λάμπος Κώστας, Άμεση Δημοκρατία και Αταξική Κοινωνία. Η μεγάλη πορεία της ανθρωπότητας προς την κοινωνική ισότητα και τον Ουμανισμό, Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2012.

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Ερωτήματα εξ Ανατολών . Μια ανάλυση του Κώστα Σβόλη


Η απάνθρωπη και καταστροφική στρατηγική του αμερικανισμού, (βλέπε Λάμπος Κώστας, Αμερικανισμός και παγκοσμιοποίηση. Οικονομία του φόβου και της παρακμής, ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ 2009), για την παγκόσμια ηγεμονία βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη σε όλο τον πλανήτη με έξαρση στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, της Αφρικής και της Ανατολική Ευρώπης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχοντας προ πολλού χάσει την ευρωπαϊκότητά της σέρνεται από τον νεογερμανισμό πίσω από τον αμερικανισμό σαν ξεπεσμένος μισθοφόρος και η Ρωσία προσπαθεί απεγνωσμένα να περισώσει περασμένα και χρεοκοπημένα μεγαλεία σε μια μανιακο-καπιταλιστική περιχαράκωση.

Ως μήλο της Έριδας παραμένουν τα υπόλοιπα φθίνοντα κοιτάσματα των ορυκτών καυσίμων και ο έλεγχός του παγκόσμιου συγκεντρωτικού ενεργειακού συστήματος που βασίζεται στα ορυκτά καύσιμα, χωρίς τα οποία ο καπιταλισμός κινδυνεύει και η παγκόσμια ηγεμονία του αμερικανισμού καθίσταται αδύνατη. Η παραδοσιακή αριστερά και η φετιχοποιημένη εργατική τάξη έχουν μείνει στις ιδεολογικές φαντασιώσεις του 19ου και του 20ου αιώνα, έχουν ενσωματωθεί στο σύστημα και αδυνατούν να αρθρώσουν εναλλακτική αντικαπιταλιστική στρατηγική πρόταση και να δώσουν καινούργια προοπτική στην ανθρωπότητα, ενεργοποιώντας την αντίθεση μεταξύ των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων και των παρωχημένων καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων, διεκδικώντας τον κοινωνικό έλεγχο της επιστήμης και της τεχνολογίας που θα δώσει στην κοινωνία-ανθρωπότητα τη δυνατότητα να αλλάξει το ενεργειακό μοντέλο με βάση την υδρογονοενέργεια (βλέπε Λάμπος Κώστας, Ποιος φοβάται το υδρογόνο; Η επανάσταση του υδρογόνου, η ελεύθερη ενέργεια και η απελευθέρωση της ανθρωπότητας από τα ορυκτά καύσιμα και την καπιταλιστική βαρβαρότητα, ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2013), να εγκαθιδρύσει σχέσεις οικονομικής αυτοδιαχείρισης και κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης, ανοίγοντας το δρόμο για την άμεση δημοκρατία και την αταξική κοινωνία. Αυτή η αντικαπιταλιστική προοπτική δεν μπορεί να είναι έργο καμιάς πρωτοπορίας και κανενός κόμματος, αλλά υπόθεση των συνειδητών, ενεργών και ενωμένων δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, σε τοπικό, περιφερειακό, εθνικό και οικουμενικό επίπεδο, που έχουν ξεπεράσει το επίπεδο της στείρας πολιτικής των διεκδικήσεων και ανοίγουν ρωγμές στο σύστημα οικοδομώντας θεσμούς και δομές του καινούργιου μέσα στο παλιό, (βλέπε, Λάμπος Κώστας, Άμεση Δημοκρατία και Αταξική Κοινωνία. Η μεγάλη πορεία της ανθρωπότητας προς την κοινωνική ισότητα και τον Ουμανισμό, ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2012).

Φιλοξενούμε την παρακάτω ανάλυση του Κώστα Σβόλη, γιατί πιστεύουμε πως συμβάλλει στον αναγκαίο διάλογο για μια ξεκάθαρη θεώρηση των εξελίξεων στην ευρύτερη περιοχή και με αυτό τον τρόπο βοηθά τον αναπροσανατολισμό μας μέσα στην πραγματικότητα του 21ου αιώνα.

Πρωτοβουλία Διαλόγου για την Άμεση Δημοκρατία και τον Ουμανισμό


Ερωτήματα εξ Ανατολών



(σε μια προσπάθεια να ξεθολώσουμε τα ταξικά γυαλιά μας )
Για την αναγκαιότητα μετατόπισης της οπτικής μας 


Γράφει ο Κώστας Σβόλης



Τι ακριβώς συμβαίνει στην Ουκρανία; Ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος «δια αντιπροσώπων»;

Η σύγκρουσή δυο εθνικισμών; Η αντιπαράθεση δυο ολοκληρωτισμών (βλ Νεοναζισμού και των απολιθωμάτων του Σταλινισμού); Η συμπύκνωση της παγκόσμιας αντιπαράθεσης του Νεοφασισμού ενάντιων Αντιφασισμού σε επίπεδο ένοπλης σύγκρουσης; Τι σηματοδοτεί η δημιουργία των Λαϊκών Δημοκρατιών στην Ν.Α Ουκρανία; είναι παραρτήματα του Κρεμλίνου ή μορφές λαϊκής αυτοδιάθεσης; Διαφορετικά ερωτήματα, τις ίδιας όμως υφής, θα μπορούσαμε να θέσουμε και για την προσπάθεια δημιουργίας Ισλαμικού Κράτους στην Μέση Ανατολή (Συρία, Ιράκ) από τους Τζιχαντιστές. Τελικά ποιους ενισχύουν το ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ και η ΕΕ, τους Κούρδους του Ιράκ; ή τους Ισλαμιστές; που στην προηγούμενη περίοδο είχαν εξοπλίσει για να πολεμήσουν το καθεστώς του Άσαντ; θα αλλάξει τον συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων στον λαό του Κουρδιστάν η αμερικάνικη βοήθεια; αναδύονται μορφές οργάνωσης στο Συριακό Κουρδιστάν η οποίες μάλιστα έχουν την προοπτική να αποτελέσουν το αντίπαλο δέος απέναντι τόσο στους Τζιχαντιστές όσο και στον Άσαντ; ποία η σχέση των Τζιχαντιστών με τα αυταρχικά σουνίτικα και ταυτόχρονα συμμαχικά στις ΗΠΑ καθεστώτα της Σαουδικής Αραβίας, των Αραβικών Εμιράτων και του Κουβέιτ; γιατί την Αραβική άνοιξη την διαδέχθηκε η προέλαση των Τζιχαντιστών; είναι άραγε η δημιουργία του Ισλαμικού κράτους μια μορφής αντεπανάστασης;

Επειδή η ιστορία κινείται μέσω την αντιφάσεων της και τα δίπολα «καλός»-«κακός» υπάρχουν μονάχα στο Χόλιγουντ, οι αντιμαχόμενες πλευρές στα μέτωπα που περιέγραψα είναι πολυσήμαντες, περίπλοκες και αντιφατικές και δεν προσφέρονται για «ταυτίσεις» με βάση το «καθαρό επαναστατικό φαντασιακό μας», ειδικά όταν είμαστε πρόθυμοι να αντικαταστήσουμε την κοινωνικοπολιτική- ταξική ανάλυση μας, με την γεωπολιτικό-στρατιωτική. Για να κατανοήσουμε λοιπόν το ιστορικό γίγνεσθαι σ' αυτές τις περιοχές από την δικιά μας σκοπιά, από την σκοπιά του ανταγωνιστικού κινήματος και της αντικαπιταλιστικής χειραφετητικής προοπτικής, έχοντας παράλληλα και την δυσκολία της ελλιπούς πληροφόρησης και γνώσης για την ταξική σύνθεση και αγώνες, τα κοινωνικά κινήματα και πολιτικές δυνάμεις στις συγκεκριμένες περιοχές, είναι απαραίτητη μια μετατόπιση της οπτικής μας, τόσο πάνω στα ίδια τα γεγονότα, όσο και στην αξιολόγηση τους, ακριβώς για να ξεφύγουμε από την παγίδα της κυρίαρχης αστικής ανάλυσης που αναγάγειτις συγκεκριμένες συγκρούσεις σε καθαρά γεωπολιτικές εξαφανίζοντας το «Κοινωνικό Ζήτημα». Αυτό το «Κοινωνικό Ζήτημα» πρέπει να ξαναβάλουμε στο κέντρο της οπτικής και της αναζήτησης μας, αν θέλουμε να ξεπεράσουμε το επίπεδο της «ποδοσφαιροποίησης» και του «οπαδισμού» της πολιτικής στα διαδικτυακά καφενεία της εποχής μας και να αναλογιστούμε προς τα πού και πως πρέπει να κατευθύνουμε την διεθνιστική μας αλληλεγγύη με κριτήριο το δικό μας πολιτικό πρόταγμα και όχι το θυμικό και τις ιδεοληψίες μας. Για να μην παρεξηγηθούμε, τα ζητήματα που θέτει η γεωπολιτικό- στρατιωτική οπτική και οι σχέσεις του διεθνούς ανταγωνισμού των κρατών και του κεφαλαίου είναι υπαρκτά, αλλά από την δικιά μας σκοπιά δεν είναι στο επίκεντρο, ακριβώς γιατί δεν ασκούμε «κατά φαντασίαν» εξωτερική πολιτική όπως αυταπατώνται διάφοροι αναλυτές της Αριστεράς που επικεντρώνουν στην γεωπολιτική ανάλυση. 



Ουκρανία 



Ας εξετάσουμε καταρχάς το θέμα της Ουκρανίας. Προφανώς τόσο οι ΗΠΑ, ΕΕ από την μία και η Ρωσία από την άλλη προσπαθούν μέσα από αυτή την σύγκρουση να να προωθήσουν τα δικά τους γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα. Θα ήταν όμως τραγικό λάθος να θεωρήσουμε ότι οι κοινωνίες και οι λαοί είναι απλά μαριονέτες στους σχεδιασμούς κάποιον «κέντρων» που κινούν απλά τα πούλια στην γεωπολιτική τους σκακιέρα. Μια τέτοια συνωμοσιολογική αντίληψη θα αδικούσε όλη την επαναστατική κριτική θεωρία που αποτελεί την γενεαλογία του αντικαπιταλιστικού κινήματος. Ούτε η εξέγερση του Μέινταν ήταν μια «κατασκευή των Δυτικών» ούτε οι κινήσεις αυτονόμησης απέναντι στην εθνικιστική κυβέρνηση του Κιέβου ήταν μια παραγγελία του Πούτιν. Προφανώς και οι δύο (ή τρεις πλευρές μιας και δεν νομίζουμε ότι υπάρχει πλήρη ταύτιση ΗΠΑ ΕΕ, πόσο μάλλον αφού δεν υπάρχει ταύτιση εντός της ΕΕ) προσπαθούν να χειριστούν και να εντάξουν τα γεγονότα στις στρατηγικές τους, αλλά δεν τα κατασκευάζουν. Και οι δυο αντίρροπες αυτές κινήσεις εκφράζουν αντιθέσεις και ανταγωνισμούς, κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα που διαπερνούσαν την Ουκρανική κοινωνία και τα μέρη που την αποτελούν εδώ και πολύ καιρό. Πρόκειται για ζητήματα για τα οποία στην πραγματικότητα ελάχιστη γνώση και πληροφορίες έχουμε και, εάν πραγματικά θέλουμε να κατανοήσουμε αυτή την σύγκρουση πέρα από τα δίπολα Δύση-Ρωσία, Σβάστικες-Σφυροδρέπανα, οφείλουμε να προσπαθήσουμε να τα διερευνήσουμε σε όσο μεγαλύτερο βάθος μπορούμε. Αυτή η διερεύνηση είναι αναγκαία διότι εάν μείνουμε απλά στο συνδυασμό αυτών των δύο διπόλων, θα οδηγηθούμε στο εξής σχήμα: Οι αυτονομιστές έχουν σφυροδρέπανα (και Αλφάδια) άρα ταυτιζόμαστε με αυτούς. Επιπλέον, και εφόσον ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου, ο Πούτιν είναι καλύτερος από την Δύση, άρα είμαστε με τον Πούτιν. Αντιστοίχως: Ο Πούτιν εκφράζει έναν πιο μαφιόζικο-λούμπεν  κεφάλαιο γιαυτό επιλέγουμε να ταυτιστούμε με το κεφάλαιο της Δύσης, και αποσιωπούμε την αναβίωσή των φασιστικών ιδεολογιών αλλά και πρακτικών στην Ουκρανία και την στήριξη που παρέχουν στην κυβέρνηση του Κιέβου.

Οι παραπάνω επισημάνσεις μπορεί να μας απομακρύνουν από την λογική των ταυτίσεων, χωρίς να μας ρίχνουν στην παγίδα των «ίσων αποστάσεων», για δύο πολύ βασικούς λόγους. Πρώτον, μπορεί να έχουμε πολύ λίγη γνώση για την γενεαλογία της αντιπαράθεσης, τουλάχιστον από την κοινωνικοταξική σκοπιά που μας ενδιαφέρει, αλλά μπορούμε να πάρουμε υπόψιν μας τα αποτελέσματα που παράγονται από αυτή την σύγκρουσή για να καθορίσουμε την στάση μας. Επίσης μας επιτρέπουν να πάρουμε υπόψιν μας τις εσωτερικές αντιφάσεις και αντιθέσεις της κάθε μεριάς και να τις αξιολογήσουμε σε σχέση με την δικιά μας οπτική και αντικαπιταλιστική στρατηγική. Για τον προσανατολισμό τη δικιάς στάσης αλλά και πρακτικής σε σχέση με το Ουκρανικό ζήτημα, το θέμα δεν περιορίζεται μονάχα στην αντιπαράθεση Κιέβου-Αυτονομιστών, αλλά και στους εσωτερικούς συσχετισμούς των δυο μετώπων.

Ας κρατήσουμε όμως ένα στοιχείο που μπορεί να έχει μεγάλη σημασία και για τα τεκταινόμενα στον Ελληνικό Κοινωνικό Σχηματισμό: καμία επιφύλαξη στην ενίσχυση της κυβέρνησης του Κιέβου από την ΕΕ δεν προκάλεσε ο κομβικός ρόλος του νεοναζιστικού «Δεξιού Τομέα», στο βαθμό που αυτή εξυπηρετεί τα συμφέροντα της απέναντι στην Ρωσία. Αυτό ας το έχουν υπόψιν τους όσοι θεωρούν ότι για την Ευρώπη του κεφαλαίου και των διάφορων αποχρώσεων νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων θα ήταν ταμπού η συμμετοχή(ή έστω η στήριξη) της Χρυσής Αυγής σ' ένα κυβερνητικό σχήμα.

Αλλά ας πάμε στην Ουκρανική περίπτωση καθ' αυτή. Δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με υποχείρια και εντεταλμένους ξένων συμφερόντων, παρόλο που οι κυβερνήσεις της Δύσης θα ήθελαν πολύ στην θέση του «Δεξιού Τομέα» να υπήρχε ένα πιο «πολιτισμένο ακροδεξιό κόμμα» που να συμμορφώνεται στα πρότυπα της τηλεοπτικής δημοκρατίας και να μην κατεβαίνει στις μάχες με το σύμβολο του αγκυλωτού σταυρού. Αντίστοιχα, η Ρωσία θα προτιμούσε οι αυτονομιστές να συνδέουν πιο πολύ την δράση τους με την εθνοτική τους ταυτότητα ως Ρώσοι, παρά με τον αντιφασιστικό και αυτοδιαχειριστικό προσανατολισμό.

Αυτός σηματοδοτείται, όχι μόνο με την επιλογή του ονόματος Λαϊκές Δημοκρατίες, αλλά και με το πρόγραμμα των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Αυτό, φαίνεται να αποτελεί σημαντικό επίδικο στο εσωτερικό τους. Ο αντιφασιστικός και αυτοδιαχειριστικός τους προσανατολισμός σηματοδοτείται επίσης από τον ρόλο που διαδραματίζουν οργανωμένα κομμάτια της εργατικής τάξης σ' αυτές τις περιοχές, όπως οι ανθρακωρύχοι του Ντόνετσκ. Οι τελευταίοι είχαν κατέβει σε απεργίες από τα τέλη του Μάη καταγγέλλοντας την πολιτική της νέας κυβέρνησης του Κιέβου. Η κυβέρνηση της Ρωσίας ξέρει ότι εάν τελικά οι πολιτοφυλακές είναι αυτές που θα εξασφαλίσουν την αυτονομία των Λαϊκών Δημοκρατιών θα θέλουν να έχουν λόγο και στην πολιτική που αυτές θα ακολουθήσουν, και όχι απλά να προσδεθούν στο Ρώσικο άρμα. Ένας τρίτος παράγοντας που έχει ενδιαφέρον και πρέπει να εξετάσουμε είναι η διεθνοποίηση του πολέμου μέσω της συμμετοχής, και από τις δυο πλευρές, εθελοντών.

Αν από την πλευρά της κυβέρνησης της Ουκρανίας τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα, αφού οι εθελοντές που έρχονται να ενισχύσουν, βασικά τον «Δεξιό Τομέα», προέρχονται από τα απανταχού νεοναζιστικά μορφώματα, από την πλευρά των αυτονομιστών έχουμε μια πολύ περίπλοκη κατάσταση. Παράλληλα με τους αντιφασίστες εθελοντές που καταφτάνουν να ενισχύσουν τις πολιτοφυλακές, έχουμε και την δράση Ρώσων «εθελοντών» απόστρατων ή και εν ενεργεία μελών του Ρώσικου Στρατού καθώς και Σέρβων και Ελλήνων που φυσικά δεν εκκινούνται από αντιφασιστικά ή σοσιαλιστικά κίνητρα, αλλά από εθνοτικά και θρησκευτικά.

Κρατάμε μεγάλη επιφύλαξη για τις πηγές σε σχέση με το ζήτημα των εθελοντών, στο βαθμό μάλιστα που αναπαράγονται στο διαδίκτυο χωρίς καμία διασταύρωση. Έχουμε την εντύπωση ότι από όλες τις πλευρές πάνω σ' αυτό το θέμα κτίζεται ένας μεθοδευμένος επικοινωνιακός πόλεμος. Πέρα όμως από ενδεχόμενες υπερβολές, ανακρίβειες και σκοπιμότητες των πηγών, το σίγουρο είναι η συμμετοχή αμφότερα εθελοντών στην σύγκρουση.

Όχι, δεν έχουμε να κάνουμε με μια επανάληψη της Ισπανικής Επανάστασης και όσοι πέφτουν σ' αυτή την παγίδα ξεχνάνε ότι όταν η ιστορία επαναλαμβάνεται, αυτό γίνεται ως φάρσα. Οι Λαϊκές Δημοκρατίες δεν είναι στα πρόθυρα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού, πόσο δε μάλλον στην προοπτική μιας αυτοδιαχειριζόμενης αταξικής κοινωνίας. Όμως, στο εσωτερικό τους υπάρχουν δυνάμεις που στον ένα ή τον άλλο βαθμό, με διαφορετικές ίσως αφετηρίες και εστιάσεις από εμάς, ξαναθέτουν το κοινωνικό & ταξικό ζήτημα και σε αυτές πρέπει να δείξουμε την έμπρακτη αλληλεγγύη μας και με αυτές να ανοίξουμε έναν πολιτικό διάλογο, να τις βγάλουμε από την αφάνεια των επίσημων ΜΜΕ και να τους δώσουμε βήμα στην διεθνή συζήτηση για τον αντικαπιταλιστικό αγώνα.

Μια νίκη του Κιέβου επί των Αυτονομιστών θα είχε πολλαπλά αρνητικά αποτελέσματα. Ο ρόλος του «Δεξιού Τομέα» θα αναβαθμιζόταν σημαντικά και, στο όνομα της αποτελεσματικότητας του, η Δύση θα του πρόσφερε και επίσημα «συγχωροχάρτι» για την νεοναζιστική του φυσιογνωμία. Τα νεοναζιστικά μορφώματα της Ευρώπης θα γινόντουσαν πιο επιθετικά βλέποντας την επιτυχία τους στην Ουκρανία και θα διεκδικούσαν να παίξουν πιο κεντρικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα, ακριβώς βάζοντας μπροστά το παράδειγμα της Ουκρανίας. Στο εσωτερικό των κατοίκων και των πολιτικών δυνάμεων, στις περιοχές των Αυτονομιστών, θα κέρδιζαν έδαφος αυτοί που θα θέλανε να προσδεθούν στο άρμα της «μαμάς Ρωσίας» και θα θυσίαζαν τα βήματα της Κοινωνικής μεταρρύθμισης ακριβώς στην ελπίδα ενίσχυσης από τον Πούτιν. Το εθνοτικό και θρησκευτικό στοιχείο θα κυριαρχούσε πάνω στην κοινωνική και αντιφασιστική ατζέντα. Η ομοσπονδοποίηση με την Ρωσία θα φαινόταν ως η μοναδική λύση και οι αυτοδιαχειριστικές λογικές και πρακτικές θα εγκαταλείπονταν. Η συγκρότηση ενός ταχτικού στρατού, υπό την κηδεμονία Ρώσων συμβούλων, θα ερχόταν να αντικαταστήσει τις πολιτοφυλακές. Το παιχνίδι θα ήταν αποκλειστικά στα χέρια του Πούτιν και του παζαριού των δικών του συμφερόντων. Τέλος δεν πρέπει να ξεχνάμε μια ενδεχόμενη επέμβαση του ΝΑΤΟ αν οι δυνάμεις του Κιέβου τα βρούνε σκούρα. Για μια ακόμα φορά θα σταλεί το μήνυμα του διεθνούς κεφαλαίου για την καταστολή των εξεγέρσεων και την ύπαρξη του ΝΑΤΟ σε ρόλο παγκόσμιας αστυνομίας.

Αντίθετα μια νίκη των Λαϊκών Δημοκρατιών, και των ένοπλων πολιτοφυλακών τους, θα υποβάθμιζε το ρόλο της Ρωσίας, θα ενίσχυε τις τάσεις μιας εναλλακτικής αυτοδιαχειριστικής προοπτικής, θα έδινε το παράδειγμα ότι οι λαοί δεν υπόκεινται απλά στις κινήσεις των μεγάλων δυνάμεων, αλλά μπορούν να καθορίζουν οι ίδιοι το μέλλον τους. Θα αυξανόταν η λαϊκή δυσαρέσκιά απέναντι στην κυβέρνηση του Κιέβου στην υπόλοιπη Ουκρανία και ίσως πυροδοτείτο μια αντίρροπη λαϊκή κινητοποίηση ενάντια στον πόλεμο και τον φασισμό.



Οι Τζιχαντιστές και το Ισλαμικό κράτος 



Η επέλαση των Τζιχαντιστών στις περιοχές της Συρίας και του Ιράκ με σκοπό την δημιουργία του Ισλαμικού Κράτους φαίνεται να ξάφνιασε πολλούς και να αύξησε τα ισλαμοφοβικά αντανακλαστικά της Δύσης. Όμως αυτοί που σίγουρα δεν θα έπρεπε να ξαφνιαστούν ήταν οι ίδιες οι δυτικές κυβερνήσεις και τα μέλη του ΝΑΤΟ. Δεν μπορεί κανείς να φανταστεί ότι δεν ήξεραν την υποστήριξη που προσφέρουν τα αυταρχικά θεοκρατικά καθεστώτα της Σαουδικής Αραβίας, των Αραβικών Εμιράτων κλπ -σύμμαχοι κατά τα άλλα της Δύσης- στις ομάδες των φανατικών ισλαμιστών, ή το ότι η Τουρκία άφησε ανεμπόδιστα τους μαχητές της ISIS να περάσουν μέσα από το έδαφος της στην Συρία για να μπορέσουν να ανατρέψουν το καθεστώς του Άσαντ. Ακόμα, δεν μπορεί κανείς να πιστέψει ότι η άρση του εμπάργκο στο Συριακό πετρέλαιο από την ΕΕ έγινε χωρίς να λάβει υπόψιν της τους οικονομικούς πόρους που θα έφταναν στα χέρια των Τζιχαντιστών μέσω των κοιτασμάτων των περιοχών που είχαν υπό τον έλεγχο τους. Είναι άραγε τόσο παρανοϊκή η στρατηγική του ΝΑΤΟ ώστε να επαναλαμβάνει ξανά και ξανά το λάθος του Φρανκενστάιν, βοηθώντας να δημιουργηθεί ένα «τέρας» που στο τέλος δεν ελέγχει; Μπορεί και ναι, ίσως γιατί οι θεωρίες του καπιταλισμού καζίνου, όπου το μεγαλύτερο κέρδος συνυπάρχει με το μεγαλύτερο ρίσκο, έχουν διαπεράσει ακόμα και τους γεωπολιτικούς – στρατιωτικούς σχεδιασμούς.

Θα προσπαθήσουμε και αυτή την φορά να αποφύγουμε να αυτοπαγιδευτούμε σε σενάρια συνωμοσίας. Η άνοδος του εξτρεμιστικού ισλαμισμού δεν συντελέστηκε σ' ένα «εργαστήριο» κάποιων μυστικών υπηρεσιών. Η ανάπτυξη τους οφείλεται στις ιδιαίτερες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες των τελευταίων δεκαετιών, τόσο στις Αραβικές χώρες όσο και στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς που ζουν στις χώρες της Δύσης. Η ήττα της Αραβικής αριστεράς, το ξεθώριασμα του Αραβικού Εθνικισμού και η αδυναμία του να αντιταχθεί στον Δυτικό Ιμπεριαλισμό με όρους εθνικής αστικής ανεξαρτησίας, οι επεμβάσεις του ΝΑΤΟ στο Ιράκ και το Αφγανιστάν που συνοδεύτηκαν από απάνθρωπες πρακτικές ταπείνωσης, εξευτελισμού και κατάργησης κάθε καθεστώτος δικαίου (ποιος μπορεί να ξεχάσει τις εικόνες από το Αμπού Γκράιμπ ή την no mans land του Γκουαντάναμο και των άλλων ειδικών φυλακών εκτός οποιουδήποτε νομικού καθεστώτος;), η αδιαφορία των δυτικών απέναντι στο όλο και πιο έντονο καθεστώς απαρτχάιντ του Ισραήλ απέναντι στον Παλαιστινιακό λαό, οι συνεχόμενες διακρίσεις, ο υποβιβασμός σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας και το καθεστώς εξαίρεσής για τους μουσουλμάνους της Δύσης διαμόρφωσαν τους όρους για την ανάδυση και την ενδυνάμωση αυτού του ρεύματος. Όμως, οι κυβερνήσεις της Δύσης δεν βλέπουν στους Τζιχαντιστές μόνο έναν κίνδυνο, αλλά βλέπουν πάντα και μια ευκαιρία, και δεν σταματάνε να παίζουν μαζί τους το παιχνίδι με το καρότο και το μαστίγιο. Από την μια τους ενισχύουν ή κλείνουν τα μάτια σ' αυτούς που τους ενισχύουν, από την άλλη τους δαιμονοποιούν και δια-χειρίζονται τον τρόμο που αυτοί σκορπούν.

Οι Αραβικοί Λαοί απέχουν πολύ από την εικόνα που κατασκευάζει γι' αυτούς η Δύση. Οι εξεγέρσεις της Αραβικής Άνοιξης, όπως και η εξέγερση στην Ισταμπούλ και την υπόλοιπη Τουρκία μας έφεραν σε επαφή με μια σειρά από ταξικούς και κοινωνικούς αγώνες, ριζοσπαστικές πρακτικές, αντικαπιταλιστικές οργανώσεις και έναν πλούτο κινηματικών εμπειριών που θα θεωρούσε κανείς αδιανόητο ότι μπορεί να υπάρχει σ' αυτές της χώρες, αν ενστερνιζόταν την εικόνα που κατασκεύαζαν τα διεθνή ΜΜΕ. Είδαμε μια σφριγηλή νεολαία να διεκδικεί το μέλλον της, είδαμε ένα εργατικό κίνημα να αναβιώνει πρακτικές άγριων απεργιών που η εργατική τάξη στην Δύση φαίνεται να έχει λησμονήσει, είδαμε γυναίκες να ανατρέπουν τόσο τον κοινωνικό τους ρόλο όσο και την κατασκευασμένη εικόνα που είχαμε για αυτές, είδαμε τις διαφορετικές θρησκείες να αποτελούν πεδίο συνάντησης μέσα στο κίνημα και όχι διαχωρισμού (είναι χαρακτηριστικές οι περιγραφές κατά την εξέγερση στην Αίγυπτο χριστιανών να περιφρουρούν μουσουλμάνους την ώρα της προσευχής και το αντίστροφο), είδαμε ισλαμιστές να συνυφαίνουν την θρησκεία με τον πολιτικό ριζοσπαστισμό, όπως τμήματα τη νεολαίας των Αδελφών Μουσουλμάνων στην Αίγυπτο ή οι Μουσουλμάνοι Αντικαπιταλιστές στην Ισταμπούλ. Εν ολίγοις, είδαμε να δημιουργούνται ρωγμές τόσο στην εξουσία των παραδοσιακών ελίτ των αραβικών καθεστώτων όσο και στην θεοκρατική αντιδραστική προοπτική εκτροπής τους. Οι ρωγμές όμως δεν μπόρεσαν να μετασχηματιστούν σε εναλλακτική προοπτική, οι εξεγέρσεις ηττήθηκαν και τα κινήματα υποχώρησαν. Τα παλιά καθεστώτα ανασυγκροτήθηκαν έστω και μεταμφιεσμένα, όπως στην Αίγυπτο, ή βρίσκονται σε διαδικασία αποδιάρθρωσης με την μετατροπή των κοινωνικών εξεγέρσεων σε στρατιωτικές συγκρούσεις των καθεστώτων με τους Ισλαμιστές, όπως στην Συρία. Οι κοινωνικές διεκδικήσεις ενάντια στην φτώχεια, στην τεράστια ανεργία και την υπερεκμετάλλευση των λαϊκών στρωμάτων, καθώς και οι διεκδικήσεις για πολιτικές ελευθερίες, που είχαν φέρει στο προσκήνιο οι εξεγερμένοι, κρύφτηκαν και πάλι πίσω από τις φυλετικές, εθνικές και θρησκευτικές συγκρούσεις. Ο αέρας ελευθερίας και χειραφέτησης που φύσηξε για λίγο πάνω από τον Αραβικό κόσμο χάθηκε ξανά μέσα στα σύννεφα του πολέμου και της καταστολής. Ο ρόλος των Τζιχαντιστών δεν είναι αντιθετικός αλλά συμπληρωματικός στην παλινόρθωση των ανελεύθερων καθεστώτων στον Αραβικό κόσμο, ακόμα και εάν αυτό γίνεται με συγκρουσιακό τρόπο και μέσω της ανάδυσης μιας νέας στρατιωτικό-θρησκευτικής ελίτ. Αυτή όπως είναι φυσικό θα προσπαθήσει να κατοχυρώσει την παρουσία και να διαπραγματευτεί την θέση της μέσω της στρατιωτικής ισχύος, αλλά κυρίως του τρόμου, απέναντι όχι μόνο στα παλιά καθεστώτα αλλά και στην Δύση.

Οι πολεμικές συγκρούσεις, η μαζική φυγή στην προσφυγιά, οι σφαγές των αμάχων, οι βιασμοί των γυναικών, οι παραδειγματικές δολοφονίες μελών θρησκευτικών και πολιτικών αντιπάλων από τους Τζιχαντιστές, είναι φυσικό ότι δρουν ανασταλτικά για οποιαδήποτε κοινωνική κινητοποίηση και πολιτικό ριζοσπαστισμό. Στην πραγματικότητα, οι παραδοσιακές ελίτ του Αραβικού κόσμου κινδυνεύουν πολύ λιγότερο από τον ακραίο φανατικό Ισλαμισμό από ότι κινδυνεύουν τα λαϊκά στρώματα, πόσο δε μάλλον αυτά που ανήκουν σε θρησκευτικές και εθνοτικές μειονότητες, όπως οι Κούρδοι, οι Γιεζίντι, οι Σιίτες κλπ.

Στην πραγματικότητα, και παρά τις υστερίες των Δυτικών ΜΜΕ, η στάση των κυβερνήσεων της Δύσης και του ΝΑΤΟ είναι αντιφατική σε σχέση με τους Τζιχαντιστές γιατί και τα πολιτικά και οικονομικά τους συμφέροντα είναι αντιφατικά. Το παιχνίδι είναι οριακό και επικίνδυνο μεν, προσοδοφόρο και χρήσιμο δε. Η Δύση ανοικτά, αλλά και συγκεκαλυμμένα, ενίσχυσε στην αρχή τους Τζιχαντιστές με στόχο να ανατρέψει το καθεστώς του Άσαντ. Η επέκταση της δράσης τους και η επικράτηση των Τζιχαντιστών σ' ένα μεγάλο μέρος του Ιράκ προφανώς και είναι σημαντικό πρόβλημα, και ιδιαίτερα για τις ΗΠΑ. Ο ρόλος του «εγγυητή της ειρήνης και της ασφάλειας» στην ευρύτερη περιοχή αποδεικνύεται μια σισύφεια προσπάθεια για τον στρατό των ΗΠΑ που συνεχώς υπονομεύεται από αστάθμητους παράγοντες. Από την άλλη, τα εγκλήματα που διαπράττουν οι Τζιχαντιστές και η πρόθεση τους να δημιουργήσουν ένα καθαρά Ισλαμικό κράτος σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη περιοχή της Μ. Ανατολής λειτουργούν σαν άλλοθι στις εγκληματικές πολιτικές της «τελικής λύσης» που προσπαθεί να εφαρμόσει το, επίσης μιλιταριστικό και θεοκρατικό, κράτος του Ισραήλ. Όσο θα επεκτείνεται η ισχύς των Τζιχαντιστών τόσο θα αυξάνουν οι φωνές για την αναγκαιότητα ύπαρξης της στρατιωτικής ισχύος του Ισραήλ και αποδοχής των μεθόδων του. Ισραήλ και Τζιχαντιστές ανατροφοδοτούν ο ένας την ισχύ του άλλου ακριβώς μέσω της τρομοκρατικής βιοπολιτικής που ασκούν.

Σ' αυτό το σημείο πρέπει να εστιάσουμε λίγο περισσότερο, καθώς νομίζουμε πως είναι κομβικό. Δεν έχουμε να κάνουμε μονάχα με την θηριωδία του πολέμου. Δεν μιλάμε για “παράπλευρες απώλειες” ή για εγκλήματα πολέμου που έγιναν ως παρεκτροπές. Δεν υπάρχει καμία προσπάθεια από την μεριά των Τζιχαντιστών να κρύψουν, να δικαιολογήσουν ή να διαψεύσουν τις πρακτικές τρόμου που χρησιμοποιούν. Αντίθετα, τις εισάγουν ως μέρος της στρατηγικής τους σ' αυτό τον πόλεμο. Έξω, όμως, από αυτό το παιχνίδι της βιοπολιτικής του τρόμου δεν μένει ούτε η Δύση, αφού μέσω των ΜΜΕ δια- χειρίζεται την εικόνα του τρόμου που παράγουν οι Τζιχαντιστές για να πειθαρχήσει αλλά και διαχωρίσει τους κατοίκους των δυτικών κρατών και να ενισχύσει τον πατερναλιστικό ρόλο του κράτους ως «εγγυητή της ασφάλειας» από έναν «ακατανόητο και παράφρονα» εχθρό.

Στην δεδομένη στιγμή η μόνη δύναμη που μπορεί να αναχαιτίσει τους Τζιχαντιστές και να συσπειρώσει όλα τα ριζοσπαστικά πολιτικά και κοινωνικά τμήματα της ευρύτερης περιοχής φαίνεται να είναι οι Κούρδοι. Ο Κουρδικός λαός ζει σε τέσσερα κράτη της περιοχής: την Τουρκία, την Συρία, το Ιράκ και το Ιράν. Για δεκαετίες τώρα αντιμετωπίζει την κρατική και θρησκευτική καταπίεση των κρατών κάτω από την κυριαρχία των οποίων ζει. Έχει έντονα κοσμικά χαρακτηριστικά, μεγάλη εμπειρία στον ένοπλο αντάρτικο αγώνα και ο ρόλος των γυναικών στο εσωτερικό του είναι αναβαθμισμένος σε σχέση με πολλές από τις θρησκευτικές και εθνοτικές ομάδες στην ευρύτερη περιοχή. Χαρακτηρίζεται από έντονη θρησκευτική ανεκτικότητα, ενώ η Αριστερά έπαιζε πάντα σημαντικό ρόλο στο εσωτερικό του. Λόγω της εθνοτικής και θρησκευτικής καταπίεσης η εργατική τάξη κατέχει σημαντικό ρόλο στην ταξική σύνθεση του κουρδικού λαού. Η επικράτηση της Αριστεράς στους Κούρδους της Τουρκίας και της Συρίας δεν έχει να κάνει μόνο με τον πρωταγωνιστικό ρόλο του πρώην μαοϊκού PKK στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, αλλά και με την συμμετοχή των Κούρδων των μεγάλων αστικών κέντρων(πχ Ισταμπούλ) στους εργατικούς αγώνες και σε άλλες οργανώσεις της Επαναστατικής Αριστεράς. Ακόμα και στο Ιράκ, όπου οι δυτικόφιλοι ηγέτες των Κούρδων παίζουν σημαντικό ρόλο, στην εξέγερση των Κούρδων ενάντια στον Σαντάμ το 1991 τα εργατικά συμβούλια και οι οργανώσεις της επαναστατικής αριστεράς είχαν καθοριστική συμβολή στον ταξικό προσανατολισμό της εξέγερσης(για την άγνωστη σχετικά αυτή πτυχή του Κουρδικού κινήματος βλ «Ιρακινές Αντιστάσεις» εκδ Στάσεις Εκπίπτοντες 2008).

Οι Κούρδοι της Συρίας απέναντι στην απειλή των Τζιχαντιστών δημιούργησαν τις ένοπλες «Μονάδες Άμυνας του Λαού» στις οποίες συμμετέχουν και γυναίκες ως μαχήτριες. Άρχισαν, ακόμα, να συγκροτούν ένα μοντέλο δημοκρατικής αυτοδιοίκησης των περιοχών που ελέγχουν μέσα από το «Κίνημα της Δημοκρατικής Κοινωνίας του Δυτικού Κουρδιστάν»(TEV- DEM). Σε αυτό καλούν Άραβες, Αρμένιους και Ασσυροχαλδαίους να συμμετάσχουν ισότιμα χωρίς διάκριση, εξασφαλίζοντας την υποστήριξη τους για μια χώρα ενωμένη και δημοκρατική, όπου οι λαοί ζουν μαζί. Αν οι Κούρδοι ξεπεράσουν το στενό εθνικό προσδιορισμό, μπορούν να δημιουργήσουν έναν πόλο συσπείρωσης κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που να επαναφέρει την δυναμική μιας εναλλακτικής ριζοσπαστικής προοπτικής στην περιοχή της Μ. Ανατολής; Προφανώς αυτό το ενδεχόμενο είναι ανοικτό και θα εξαρτηθεί από πολλούς παράγοντες. Ένας από αυτούς είναι οι εσωτερικοί συσχετισμοί ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις του Κουρδικού λαού. Δεν πρέπει να έχουμε καμία αμφιβολία πως η βοήθεια σε στρατιωτικό εξοπλισμό που τρέχουν να προσφέρουν τώρα διάφορα κράτη της Δύσης, έχει να κάνει ακριβώς μ' αυτούς τους συσχετισμούς. Με άλλα λόγια επιλέγουν να ενισχύσουν ακριβώς εκείνες της δυνάμεις που εκτός από μια δυτικόφιλη στάση θα τονίζουν την εθνική προοπτική και όχι την προοπτική μιας πολυσυλλεκτικής κοινωνικής δημοκρατίας. Η ενίσχυση των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων ανάμεσα στους Κούρδους που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην ενδυνάμωση αυτής της εναλλακτικής προοπτικής είναι η στάση που θα έπρεπε να κρατήσει το αντικαπιταλιστικό κίνημα διεθνώς, αν θα ήθελε να ξεφύγει από τον ρόλο του απλού παρατηρητή και να ανασυγκροτήσει την διεθνιστική παράδοση του.